Ραψωδοί

Οι ραψωδοί, που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο, από τις αρχές του 6ου αιώνα στη γλωσσική διαμόρφωση της επικής και της λυρικής παράδοσης, συνέβαλλαν αποφασιστικά, επίσης, στη δημιουργία μιας «φιλολογικής συνείδησης», η οποία φυσιολογικά οδήγησε στο πέρασμα από τον προφορικό λόγο στο γραπτό. Αλλά ας δούμε τα πράγματα από την αρχή.

Κατά τον 6ο αιώνα π.Χ., τον λυρικό, τα επικά ποιήματα που είχαν διατηρηθεί στη μνήμη των ραψωδών έφθασαν στο σημείο να θεωρούνται «κλασικά». Οι κάτοχοι της γνώσης αυτής, δηλαδή οι ραψωδοί, δεν ήταν λόγιοι ή φιλόλογοι, αλλά τραγουδώντας την ηρωική εποχή από μνήμης ήταν, συχνά, υποχρεωμένοι να ερμηνεύουν και να διευκρινίζουν αποσπάσματα και ραψωδίες από τη δική τους σκοπιά, προβάλλοντας μάλιστα, ενίοτε, και τη δική τους ποιητική φλέβα. Άλλωστε Γένος και Βίοι, μαρτυρούν όχι μόνο τη βαθιά τους γνώση γύρω από το ομηρικό έπος και την εκτελεστική τους δράση, αλλά και την καθολική αποδοχή του κοινού στον ρόλο τους αυτό.

Είχαν άραγε τεχνικά εφόδια οι ραψωδοί τον 6ο αιώνα, δηλαδή γραπτά κείμενα, για την κατανόηση και σπουδή της παλαιότερης παράδοσης των επικών ποιημάτων; Χρησιμοποιούσαν, δηλαδή, γραπτές συλλογές σπανίων ή απηρχαιωμένων επικών λέξεων, γλώσσας, όπως καθιερώθηκε να ονομάζονται τα «λεξικά» αυτά από τον 5ο αιώνα και μετά. Ο Αριστοτέλης πάντως στην Ποιητική του υποστηρίζει ακριβώς το γεγονός αυτό: ότι οι γλώσσες αντιπροσώπευαν χαρακτηριστικό ίδιο της επικής ποίησης (1459a κ.ε.). Δεν αποκλείεται, μάλιστα, οι ραψωδοί να έδωσαν επεξηγήσεις και ερμηνείες ομηρικών ονομάτων και να διευκρίνισαν δύσληπτες ετυμολογικά λέξεις, τις οποίες κατέγραφαν σε συλλογές, διαμορφώνοντας έτσι ένα είδος «γραμματικής» της προφορικής παράδοσης (Pfeiffer, Ιστ., 9-13).

Όσο οι ραψωδοί συνειδητοποιούσαν τον ρόλο τους στη διαιώνιση της επικής και της λυρικής, αργότερα, παράδοσης, άλλο τόσο έπρεπε να νοιώθουν από ένα σημείο και έπειτα την «εξάρτηση»rapsodos Kleophrades τους: από γραπτά κοινά αποδεκτά κείμενα. Χαρακτηριστικό της ραψωδιακής φιλολογίας που δημιουργήθηκε από τον 6ο αιώνα είναι το παράδειγμα του Ξενοφάνη του Κολοφωνίου και της αντίδρασης που δημιουργήθηκε εξαιτίας της στάσης του αναφορικά με τον Όμηρο (Untersteiner, Sen.). Ο περιπλανώμενος αυτός ραψωδός, αλλά και ποιητής ο ίδιος, περιηγήθηκε τον ελληνικό κόσμος από την Ανατολή έως τις ελληνόφωνες περιοχές της Νότιας Ιταλίας. Πρέπει να άρχισε τη σταδιοδρομία του ως πλανόδιος ποιητής, απαγγέλοντας Όμηρο, μολονότι δεν υπάρχει σαφής μαρτυρία γι’ αυτό. Διαμορφώνοντας όμως στην πορεία του μια φιλοσοφική σκέψη, καταφέρθηκε κατά του Ομήρου και του Ησίοδου καταγγέλλοντας τους ότι: απέδιδαν στους θεούς πράξεις που για τους ανθρώπους αποτελούσαν κόλαφο, όπως η κλοπή, η μοιχεία και η εξαπάτηση. Η διαμαρτυρία αυτή του ενάρετου ραψωδού αποτέλεσε αφετηρία για την κριτική των ομηρικών επών, με αποκορύφωμα το γεγονός ότι ακόμα και ο ίδιος ο Πλάτων, για τον λόγο αυτό, αλλά και άλλους, έφθασε στο σημείο να εξορίσει τον Όμηρο από την ιδανική πολιτεία του (ΙΙ, 378d). Από την άλλη μεριά, η αποδοκιμασία του Ξενοφάνη οδήγησε άλλους ραψωδούς να αναλάβουν την υπεράσπιση του Ομήρου, όπως ο Θεαγένης ο Ρηγίνος, ο οποίος πρώτος αναφέρεται στην αρχή μιας επεξηγηματικής φιλολογίας σχετικά με την ερμηνεία των θεϊκών προθέσεων (Pfeiffer, Ιστ., 11-14).

Το βέβαιο είναι ότι όλη αυτή η «φιλολογία» δεν μπορούσε να συντηρηθεί προφορικά και όσο οι ραψωδοί διαμόρφωναν νέους κύκλους ακροατών και προχωρούσαν σε ερμηνείες και γλωσσικές παρεμβατικές πρωτοβουλίες, τόσο επιτακτική γινόταν η ανάγκη της παγίωσης αυτού του λογοτεχνικού υλικού σε γραπτά κείμενα. Πότε ακριβώς άρχισαν οι ραψωδοί να συνειδητοποιούν ότι τα γραπτά κείμενα είναι πλέον απαραίτητο εργαλείο προπαρασκευής για τη ραψωδιακή τους αξιοπιστία δεν το γνωρίζουμε –πιθανότατα από τον 6ο αιώνα και μετά–, καθώς η μόνη μαρτυρία που έχουμε για την υπόθεση αυτή έχει καθαρά συμβολικό χαρακτήρα: Πρόκειται για τον πάπυρο που βρέθηκε με καταγεγραμμένο ένα τμήμα από τους Πέρσες του Τιμόθεου, η οποία χρονολογείται στο δεύτερο μισό του 4ου αιώνα π.Χ. Το παπύρινο αυτό βιβλίο ανακαλύφθηκε σε τάφο του Αμπουσίρ, κοντά στη Μέμφιδα, όπου είχαν ενταφιάσει άγνωστο πλανόδιο ραψωδό μαζί με τους απαραίτητους «συντρόφους» του: το βιβλίο του, το δισάκι και το μπαστούνι του. Ο πάπυρος αυτός μάλιστα αντιπροσωπεύει, μετά τον πάπυρο του Δερβενίου, το αρχαιότερο ελληνικό χειρόγραφο (Burkert, Derv. · Βιβλ. Ι, 77-79).

Ιστορικό πλαίσιο: Αρχαιότητα
Όνομα/Προσωνυμία: Ξενοφάνης, Θεαγένης, κ.α.
Ιδιότητα/Αξίωμα: Ραψωδοί
Αναφέρει: Πρόσωπα
Πλάτων, φιλόσοφος
Αριστοτέλης, φιλόσοφος
Εικόνες
Απεικόνιση ραψωδού σε αμφορέα, Ζωγράφος του Κλεοφράδη Λονδίνο, Βρετανικό Μουσείο, B270.
Άδεια χρήσης: In Copyright (InC)
Δικαιώματα: Το σύνολο του περιεχομένου του παρόντος διαδικτυακού τόπου αποτελεί πρωτότυπη επιστημονική εργασία του Κ. Σπ. Στάικου και των συνεργατών του. Το εικαστικό υλικό προέρχεται από την προσωπική συλλογή του Κ. Σπ. Στάικου και ο ίδιος είναι κάτοχος των σχετικών δικαιωμάτων που απαιτούνται για τη δημόσια προβολή και διάθεσή του.
Εμφανίζεται στις συλλογές:Πρόσωπα
Προβολή λιγότερων