Σχετικά

Εισαγωγή

Σκοπός της ιστοσελίδας «Περί Βιβλιοθηκών» είναι η εξιστόρηση των λόγων που οδήγησαν τους λαούς να συλλέξουν και να θησαυρίσουν σε κλειστούς φυλασσόμενους χώρους, δηλαδή σε βιβλιοθήκες, την προφορική τους παράδοση, τα επιτεύγματα της λογοτεχνίας τους, όπως και κάθε μορφή γνώσης, αποτυπωμένης σε πινακίδες και βιβλία, από το 3000 π.Χ. έως σήμερα.

Σκοπός, επίσης, είναι η ανίχνευση και η καταγραφή της πορείας που ακολούθησε ο θεσμός της βιβλιοθήκης στο πέρασμα των αιώνων και η επίδραση που δέχτηκε από τα διάφορα πνευματικά ρεύματα και τις ιστορικές συγκυρίες. Επιπλέον στόχος είναι να επισημανθούν τα αίτια που επηρέασαν τόσο τη διάδοση του θεσμού όσο και την κτιριακή και αρχιτεκτονική τυπολογία της, ως προς τον ρυθμό και ως προς τον εξοπλισμό της.

Η γνώση στους αρχαίους πολιτισμούς που αναπτύχθηκαν στη Μεσοποταμία και την Αίγυπτο, θησαυριζόταν σε χώρους που ονομάζονταν «Οίκοι των Πινακίδων» και «Οίκοι των Βιβλίων». Αποτελούσαν χώρους συγκέντρωσης, ταξινόμησης και διαφύλαξης τόσο των «συμφορών», που σύμφωνα με τον Όμηρο έκλωθαν οι θεοί, προσφέροντας στις επερχόμενες γενιές θέματα για τραγούδια, όσο και της γνώσης που προερχόταν από την παρατήρηση της φύσης, της ανθρώπινης συμπεριφοράς και της δημιουργίας.

Ο όρος «βιβλιοθήκη» είναι ελληνικός και, όπως μαρτυρεί ο Πομπήιος Φέστος, χρησιμοποιήθηκε από τους Έλληνες και τους Ρωμαίους για να δηλώσει είτε έναν μεγάλο αριθμό βιβλίων είτε έναν χώρο μέσα στον οποίο ήταν τοποθετημένα βιβλία.

Αυτή η συσσωρευμένη γνώση, χαραγμένη σε αναθηματικές στήλες και σε ταφικά συγκροτήματα, ή καταγραμμένη σε παπύρινα βιβλία, σε περγαμηνούς και βαμβύκινους κώδικες, αλλά και αργότερα, τυπωμένη σε χαρτί, εκφράζεται με χιλιάδες γλώσσες και διαλέκτους και αποτελεί την κιβωτό της ανθρώπινης σκέψης. Είτε αποτυπώνεται σε ένα ευτελές σπάραγμα κάποιου «ανώνυμου βιβλίου» είτε σε έναν πολυτελή περγαμηνό κώδικα, αποτελεί αναντικατάστατο τμήμα ενός αιώνιου βιβλίου, σαν το Βιβλίο της Ανθρωπότητας, που λέγεται ότι έγραψε ο Ερμής ο Τρισμέγιστος, και το οποίο σύμφωνα με τους Ιερείς του Θωθ, αποτελούνταν από 36.525 βιβλία.

Ο πρώτος άνθρωπος στην ιστορία του βιβλίου και της βιβλιοθήκης που υποστήριξε και καλλιέργησε την ιδέα του σεβασμού προς τον λόγο και το έργο των παλαιότερων είναι ο Αριστοτέλης. Η αναγνώριση της πατρότητας της δημιουργίας ήταν για τον Σταγειρίτη φιλόσοφο περισσότερο ηθική επιταγή παρά ανάγκη απόκτησης της γνώσης. Με τον Αριστοτέλη εγκαινιάστηκε ένας ονομαστικός κατάλογος, στον οποίο έχει θέση κάθε δημιουργός που συμβάλλει με το έργο του στην προαγωγή της γνώσης.

Ο Θεόφραστος, αγαπημένος μαθητής του τελευταίου, ανέλαβε, λόγου χάρη, να καταγράψει τις δοξασίες προγενέστερων φιλοσόφων, ώστε να μη λησμονηθούν τα ονόματά τους από τις επερχόμενες γενιές. Ο Αριστοτέλης, αντιδρώντας στη θέση του Σωκράτη και του Πλάτωνα ότι ο γραπτός λόγος δεν εξασφαλίζει δημιουργικό διάλογο, δεν έπαψε ποτέ να επεξεργάζεται και να βελτιώνει τα διδακτικά του έργα. Προσεγγίζοντας άλλωστε κανείς τη βιβλιοθήκη του Αριστοτέλη και τα βιβλία του, έχει την αίσθηση ότι θέλησε να προσδιορίσει τις παραμέτρους ενός κόσμου προσχεδιασμένου, ασύλληπτου από τον ανθρώπινο νου, ενός κόσμου που επιδέχεται απειράριθμες ερμηνείες· επιδίωξε, δηλαδή, να χαρτογραφήσει τον άνθρωπο και τη φύση που τον περιβάλλει.

Αυτή η ηθική διάσταση της μεταφοράς της γνώσης από γενιά σε γενιά μέσα από το βιβλίο υπακούει σε έναν άγραφο, πανανθρώπινο νόμο και είναι ευδιάκριτη μέσα στον κόσμο των βιβλιοθηκών: καταργεί τον χρόνο, τις εθνικές και πολιτισμικές ιδιαιτερότητες, τα γεωγραφικά μήκη και πλάτη, τις κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές συγκυρίες, τις ίδιες τις γλωσσικές διαφορές, διαμορφώνοντας μια «κλειστή», οικουμενική κοινωνία, της οποίας τα μέλη πολλαπλασιάζονται συνεχώς. Έρχεται έτσι σε απόλυτη συμφωνία με τη ρήση του Μαλαρμέ ότι «ο κόσμος υπάρχει για να καταλήξει σε ένα βιβλίο».

Για τον ανώνυμο «Γραφέα του Οίκου των Βιβλίων», ο οποίος έζησε γύρω στο 2400 π.Χ. στην Αίγυπτο, δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτε, όπως τίποτε δεν γνωρίζουμε για τον συγγραφέα του μεγάλου Έπους της Δημιουργίας, που γράφτηκε γύρω στη δεύτερη χιλιετία π.Χ, στο πλαίσιο της βαβυλωνιακής πνευματικής παράδοσης. Άγνωστη παραμένει, επίσης, η ταυτότητα των γραφέων που έστειλε ο Ασσουρμπανιπάλ στα πέρατα της αυτοκρατορίας του, για να αποδελτιώσουν και να καταγράψουν οτιδήποτε δεν θησαυριζόταν στην πλούσια βιβλιοθήκη του στη Νινευή. Και ελάχιστα στοιχεία είναι γνωστά για τη ζωή και την προσωπικότητα του Καλλίμαχου, του βιβλιοθηκάριου της Μεγάλης Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας, ο οποίος μπορεί να υποστηριχθεί ότι είναι ο μόνος άνθρωπος που έπιασε στα χέρια του και ταξινόμησε όλα σχεδόν τα βιβλία του τότε γνωστού κόσμου. Γνωρίζουμε ότι οι Πίνακές του έμειναν αξεπέραστοι, εδραίωσαν την επιστήμη της βιβλιοθηκονομίας και οδήγησαν τον Κικέρωνα στην πεποίθηση ότι η ευτυχία βρίσκεται μόνο μέσα εκεί, δηλαδή μέσα σε μία οργανωμένη βιβλιοθήκη. Είναι γνωστό, επίσης, ότι ο Γερμανός ουμανιστής Johann Cuno μάζευε τα τυπογραφικά δοκίμια στο εργαστήρι του Άλδου Μανούτιου, ακόμη και τα κακέκτυπα, καθώς θεωρούσε κάθε γραπτό χρήσιμο για την αναζήτηση της φιλολογικής αλήθειας. Ακόμη, ο August, δούκας της Σαξονίας, όχι μόνο συγκέντρωσε στη βιβλιοθήκη του όλα τα διαθέσιμα έντυπα στον ευρωπαϊκό χώρο, αλλά πέρασε τη ζωή του καταγράφοντας, χειρόγραφα, στις περγαμηνές ράχες της στάχωσης την ταυτότητα του κάθε αντιτύπου του. Τέλος, γνωρίζουμε ότι ο Hugo Blotius, βιβλιοθηκάριος του Μαξιμιλιανού Β΄, προτίμησε, αν και διαβιούσε σε συνθήκες μεγάλης ένδειας, να μην προδώσει τη μυστική αποστολή του διαφυλάσσοντας έτσι από την εγκατάλειψη, τη φυσική φθορά και την αλόγιστη δανειστική πολιτική της Αυλής, τον ανεκτίμητο πλούτο της βιβλιοθήκης που διηύθυνε.

Όλες αυτές οι προσωπικότητες, αλλά και τόσοι άλλοι επώνυμοι κι ανώνυμοι, αποτελούν τους πρωταγωνιστές της ιστορίας του βιβλίου και της βιβλιοθήκης· είναι τα μέλη αυτής της «κοινωνίας». Η κοινή, μυστική συνείδηση που τους ενώνει, συμπυκνώνεται στην ακόλουθη ρήση του L. Bloy (L'Âme de Napoléon, 1983): «ο καθένας προσέφερε και προσφέρει με το έργο του στη “συγγραφή” ενός τεράστιου λειτουργικού βιβλίου της ιστορίας της ανθρωπότητας, όπου τα κόμματα και οι τόνοι έχουν την ίδια αξία με τα εδάφια και τα κεφάλαια, μία αξία βαθιά κρυμμένη και αναπόδεικτη».

Κ. Σπ. Στάικος