Βιβλιοθήκη της Ιεράς Μονής Αγίας Λαύρας Καλαβρύτων

Ιστορική αναδρομή για τη Μονή της Αγίας Λαύρας. Η Μονή της Αγίας Λαύρας βρίσκεται πέντε χιλιόμετρα νοτιοδυτικά των Καλαβρύτων, στους πρόποδες του όρους Βελιά και σε υψόμετρο 933 μέτρων. Ως έτος ίδρυσής της μαρτυρείται, σύμφωνα με το Κτητορικό, το 961 μ.Χ., την ίδια χρονιά που χτίστηκε από τον Άγιο Αθανάσιο τον Αθωνίτη η Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας στο Άγιο Όρος. Ωστόσο, οι διαθέσιμες ιστορικές μαρτυρίες δεν επιβεβαιώνουν τη χρονολογία, ούτε βέβαια κάποια άλλη σχέση μεταξύ των δύο μοναστηριών.

Η αρχική θέση της Μονής της Αγίας Λαύρας ήταν 300 μέτρα νοτιοδυτικά της σημερινής της τοποθεσίας, στην περιοχή Παλαιομονάστηρο (στη ρίζα ενός ψηλού βράχου σώζεται το πρώτο Καθολικό της Μονής), όμως οι εγκαταστάσεις αυτές καταστράφηκαν ολοσχερώς το 1585, όταν πυρπολήθηκε από τους Τούρκους. Για τα επόμενα 15 χρόνια η Μονή παρέμεινε έρημη· ωστόσο το 1600 ξαναλειτούργησε με ηγούμενο τον Ιωάννη από τα Καλάβρυτα, ενώ με σιγίλιο του Οικουμενικού Πατριάρχη Τιμόθεου (1615) αναγνωρίστηκε ως Σταυροπηγιακή. Περί τα τέλη του 17ου αιώνα ο ηγούμενος Ευγένιος (1675–1712) μετέφερε το μοναστήρι στη σημερινή του θέση. Από τη δεύτερη αυτή περίοδο της ιστορίας της Μονής διασώθηκε μόνο το Καθολικό της.

Όπως καταγράφεται στο Χρονικό της Μονής, κατά την Αλβανοκρατία (1770–1779) σημειώθηκαν αλλεπάλληλες λεηλασίες και καταστροφές, με τους μοναχούς να στερούνται ακόμα και είδη πρώτης ανάγκης. Τα χρόνια που ακολούθησαν η Μονή μπόρεσε να ορθοποδήσει και αυτό της έδωσε τη δυνατότητα να συμβάλει οικονομικά στις ανάγκες του απελευθερωτικού Αγώνα εναντίον των Τούρκων. Μάλιστα, όπως θρυλείται, από εκεί ξεκίνησε η επανάσταση στις 25 Μαρτίου του 1821 με την ύψωση του λάβαρου της Μονής από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, γεγονός όμως που δεν τεκμαίρεται από την ιστοριογραφία της περιόδου. Σίγουρα πάντως αποτέλεσε σημείο συγκέντρωσης των προεστών του Μοριά και κέντρο ανεφοδιασμού του στρατοπέδου που είχε στηθεί κοντά στην Πάτρα. Το 1826 το μοναστήρι καταστράφηκε ολοσχερώς από τον Ιμπραήμ και ξαναχτίστηκε δύο χρόνια αργότερα, το 1828. Το νέο Καθολικό, αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου, κατασκευάστηκε το 1839, αλλά ο σεισμός στις 24 Ιουλίου 1844 προκάλεσε σημαντικές φθορές, με συνέπεια να περιπέσει σε αχρησία. Το 1850 κατεδαφίστηκε και ανοικοδομήθηκε εκ βάθρων.

Στα επόμενα περίπου 100 χρόνια η Μονή παγιώθηκε ως σημαντικό κοινωνικό και οικονομικό κέντρο για την περιοχή των Καλαβρύτων, κατέχοντας σημαντική κτηματική περιουσία. Αυτή η περίοδος ακμής διακόπηκε παροδικά στις 14 Δεκεμβρίου του 1943, όταν οι Γερμανοί κατακτητές την πυρπόλησαν και εκτέλεσαν όσους καλόγερους δεν είχαν προλάβει να την εγκαταλείψουν. Το 1946 ξεκίνησε η αναστύλωσή της, βασισμένη σε σχέδια του αρχιτέκτονα, αρχαιολόγου και ακαδημαϊκού Αναστάσιου Ορλάνδου (1887–1979). Οι εργασίες ολοκληρώθηκαν το 1951, με τη Μονή να λαμβάνει τη μορφή που διατηρεί έως τις μέρες μας.

Ίδρυση της Βιβλιοθήκης της Μονής. Η χρονολογία σχηματισμού της Βιβλιοθήκης της Μονής της Αγίας Λαύρας δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια, όπως εξάλλου ούτε η χρονολογία ίδρυσης της ίδιας της Μονής. Λαμβάνοντας υπόψη τις ενθυμήσεις σε σωζόμενα έντυπά της των ετών 1770 και 1775, η ύπαρξη βιβλίων μαρτυρείται πολλά χρόνια πριν από τις αλβανικές επιδρομές που ξεκίνησαν το 1770. Η ύπαρξη αυτή οφειλόταν στη στενή σύνδεση της Εκκλησίας με την εκπαίδευση καθ’ όλη την Τουρκοκρατία. Οι κληρικοί δάσκαλοι ήταν αυτοί που είχαν κληθεί να καλύψουν το κενό της στοιχειώδους εκπαίδευσης λόγω της έλλειψης σχολείων, δημιουργώντας στους ναούς και στα μοναστήρια πνευματικές εστίες. Έτσι αναπτύχθηκαν και οι μοναστηριακές βιβλιοθήκες, συγκεντρώνοντας θεολογικά, λειτουργικά αλλά και διδακτικά συγγράμματα, προερχόμενα από αγορές, δωρεές και κληροδοσίες.

Δωρεά της συλλογής Κύριλλου. Μια από τις σημαντικότερες δωρεές προς τη Βιβλιοθήκη ήταν αυτή του Λαυριώτη μοναχού Κύριλλου. Ο Κύριλλος γεννήθηκε στην Πάτρα μεταξύ των ετών 1741 και 1744 και σε ηλικία 14 ετών οι γονείς του τον αφιέρωσαν στη Μονή Γηροκομείου Πατρών, όπου παρέμεινε για περίπου τρία χρόνια. Το 1761 βρέθηκε στην Αγία Λαύρα, όπου χειροτονήθηκε υποδιάκονος, έπειτα διάκονος και ιερέας. «Γυμνωθείς υπό των Αλβανιτών και μεγάλως κινδυνεύσας», όπως έγραψε ο ίδιος το 1797 στο Χρονικό της Αλβανοκρατίας, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το μοναστήρι. Τα επόμενα χρόνια ταξίδευε συνεχώς προκειμένου να εξελιχθεί πνευματικά. Επισκέφθηκε διαδοχικά τα νησιά του Αιγαίου, τη Σμύρνη και το 1779 την Κωνσταντινούπολη, στην οποία παρέμεινε για ένα χρόνο. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στο Βουκουρέστι, όπου εργάστηκε για χρόνια ως οικοδιδάσκαλος. Το 1792, παράλληλα με την εργασία του και νιώθοντας πλέον αρκούντως καταρτισμένος, ξεκινά τη συγγραφή του έργου του Ερμηνεία εις την Αποκάλυψιν του Ιωάννη του Θεολόγου.

Το 1796 αποφάσισε να επιστρέψει στη Μονή της Αγίας Λαύρας, όμως δεν έμεινε περισσότερο από ένα χρόνο. Πρόλαβε ωστόσο να γράψει τρία κείμενα σχετικά με τη Μονή: το Κτητορικό της, το Χρονικό της Αλβανοκρατίας και την Ακολουθία του αγίου Αλεξίου. Επίσης, δώρισε στη Μονή πολύτιμα άμφια, προσωπικά αντικείμενα, χρηματικά ποσά αλλά και 113 τόμους βιβλίων. Επιστρέφοντας στο Βουκουρέστι, συνέχισε να εργάζεται ως οικοδιδάσκαλος, αλλά και ως ψάλτης για ένα διάστημα, επιδιώκοντας να ενισχύσει τα λιγοστά του έσοδα. Το 1827 βρέθηκε στη θέση του ηγούμενου της Μονής Βαρούσι όπου το 1828 άφησε την τελευταία του πνοή. Την εναπομείνασα περιουσία του, αποτελούμενη κυρίως από χρήματα και βιβλία, την κληροδότησε στη Μονή της Αγίας Λαύρας.

Το περιεχόμενο της Βιβλιοθήκης του Κύριλλου διερεύνησε και κατέγραψε το 1974 η ιστορικός Λουκία Δρούλια, μελετώντας τις σωζόμενες καταγραφές βιβλίων, τις ενθυμήσεις, τα κτητορικά σημειώματα και τις ιστορικές μαρτυρίες. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνάς της, τα βιβλία της συλλογής ανέρχονταν σε περίπου 160 και διακρίνονταν σε θρησκευτικά και κοσμικά. Στην πλειονότητά τους (περισσότερα από τα μισά), τα βιβλία ήταν κοσμικά, στοιχείο που προκαλεί εντύπωση αν αναλογιστεί κανείς ότι ο Κύριλλος ήταν ιερωμένος και ότι οι κυκλοφορίες των θρησκευτικών βιβλίων υπερείχαν κατά πολύ των κοσμικών εκείνη την εποχή. Όσον αφορά το περιεχόμενο, ξεχωρίζουν τα έργα αρχαίων συγγραφέων, τα γλωσσικά εγχειρίδια, τα λεξικά και οι γραμματικές, ενώ στη συλλογή εμπεριέχονται επίσης έργα φιλοσοφίας, ιστορίας, γεωγραφίας, άλγεβρας και φυσικής. Τέλος, το μεγαλύτερο μέρος των βιβλίων είναι εκδόσεις της περιόδου 1502–1730 και έπονται αυτές της περιόδου 1800–1807.

Συλλογή Γρηγόριου Ιωαννίδη. Ο Γρηγόριος Ιωαννίδης γεννήθηκε πριν από το 1760 στο χωριό Φίλια Καλαβρύτων. Τη βασική εκπαίδευση την έλαβε στη σχολή της Δημητσάνας και στη συνέχεια σπούδασε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή στην Κωνσταντινούπολη, όπου το 1790 αποφοίτησε με το δίπλωμα του δασκάλου κληρικού. Αφού εργάστηκε τρία χρόνια ως δάσκαλος στην Κωνσταντινούπολη, έφυγε για το Ικόνιο, όπου συνέχισε να διδάσκει μέχρι την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης. Τότε εκδιώχθηκε από τις τουρκικές αρχές λόγω της καταγωγής του και αναγκάστηκε να διαφύγει στις παραδουνάβιες ηγεμονίες. Εκεί έζησε για πάνω από 20 χρόνια, βιοποριζόμενος ως δάσκαλος σε σπίτια πλουσίων και παράλληλα αντιγράφοντας χειρόγραφα («χειρογραφία»).

Παρότι διατηρούσε όλα αυτά τα χρόνια επαφή με την πατρίδα του, δεν ενέδωσε στις παρακλήσεις των οικείων του για επαναπατρισμό. Ωστόσο, το 1842, επιθυμώντας να συνδράμει στο έργο του σχολείου που επρόκειτο να χτιστεί στο χωριό του, απέστειλε ένα μεγάλο αριθμό βιβλίων από την προσωπική του βιβλιοθήκη μέσω του ανιψιού του Δημήτριου Μαλίκη. Τα βιβλία έφτασαν στα Φίλια το 1844, αλλά επειδή τα σχέδια για το σχολείο είχαν στο μεταξύ ναυαγήσει, αποφασίστηκε να μεταφερθούν στη Μονή του Αγίου Αθανασίου Λευκασίου, κοντά στο χωριό του. Τη συλλογή συνόδευε και κατάλογος του Ιωαννίδη, όπου αναγραφόταν ο αριθμός των βιβλίων (224) και των τόμων (πάνω από 300). Μεταξύ των βιβλίων περιλαμβάνονταν και 14 χειρόγραφα, εκ των οποίων μόνο τέσσερα σώθηκαν και φυλάσσονται σήμερα στο μοναστήρι.

Με βάση τα κτητορικά σημειώματα, ο Ιωαννίδης αγόρασε τα περισσότερα από τα βιβλία ή του τα χάρισαν στις Ηγεμονίες και στην Κωνσταντινούπολη. Μεγάλο μέρος ανήκε στους γιους του άρχοντα Ιωάννη Ράστη, Γεώργιο και Κωνσταντίνο. Σύμφωνα με μια παράδοση ο Γεώργιος φέρεται να υπήρξε μαθητής του Ιωαννίδη. Επίσης, αρκετά βιβλία έχουν κτητορικά σημειώματα του Κωνσταντίνου Νικολόπουλου, του Λάμπρου Φωτιάδη και του Ηλία Μανασσή. Άλλοι κτήτορες των βιβλίων ήταν ο Βασίλειος Ρωμαντζάς, ο Νικόλαος Λαμπρόπουλος, ο Δημήτριος Καγισερλής, ο Γαβριήλ μητροπολίτης Φιλαδελφείας, ο Μαλαχίας ο Ρόδιος, ο Κωνσταντίνος Σούτζος, ο Κωνσταντίνος Ραδουλίδης Γολέσκου, ο Χρύσανθος Γούναρης κ.ά.           

Όπως και στη βιβλιοθήκη του Κύριλλου, τα περισσότερα βιβλία του Ιωαννίδη, σε ποσοστό 61,5% (134 τίτλοι), έχουν κοσμικό περιεχόμενο, ενώ το υπόλοιπο 38,5 (84 τίτλοι) είναι θρησκευτικά. Επισημαίνεται ότι έξι τίτλοι είναι ακέφαλοι ή/και κολοβοί, επομένως δεν ήταν δυνατόν να ταυτιστούν και να κατηγοριοποιηθούν. Στην επιμέρους κατηγοριοποίηση, ανάμεσα στα κοσμικά τα περισσότερα βιβλία είναι έργα κλασικών συγγραφέων (36) και βιβλία φιλοσοφίας (19 τίτλοι), ενώ στην κατηγορία των θρησκευτικών βιβλίων τη μερίδα του λέοντος (18 τίτλοι) κατέχουν τα αντιρρητικά (βιβλία ενάντια στην Καθολική Εκκλησία) και ακολουθούν τα βιβλία εκκλησιαστικών συγγραφέων (13 τίτλοι). Όπως σημειώνει ο ιστορικός Κώστας Λάππας, η βιβλιοθήκη Ιωαννίδη καλύπτει ένα ευρύ φάσμα ενδιαφερόντων, το οποίο συνάδει με τις αναζητήσεις της εποχής. Σε πολλές περιπτώσεις, μάλιστα, το περιεχόμενο της συλλογής είναι ιδιαιτέρως αντιφατικό, καθώς ορισμένα βιβλία υπηρετούν την ακραιφνή χριστιανική παράδοση, εν αντιθέσει προς άλλα που εκφράζουν τις νεωτεριστικές τάσεις, μακριά από θρησκευτικούς δογματισμούς.

Κατάλογος εντύπων. Οι συλλογές του Κύριλλου και του Ιωαννίδη μαζί με τις υπόλοιπες δωρεές και τις άλλες συλλογές εντύπων της Βιβλιοθήκης οι οποίες σώθηκαν από την καταστροφή του 1943 και συνεχίζουν να εμπλουτίζονται, ξεπερνούν σήμερα τους 3.000 τίτλους. Αυτό κατέδειξαν τα πορίσματα στα οποία κατέληξαν οι ερευνητικές αποστολές ιστορικών του Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών κατά την περίοδο 1971–1976, που είχαν σκοπό την καταλογογράφηση, ταξινόμηση και ταξιθέτηση των εντύπων.

Ο Κατάλογος των εντύπων που εκδόθηκε το 1978, περιλαμβάνει 1.570 τίτλους παλαίτυπων και άλλων βιβλίων από το 1502 έως το 1943. Όπως εξηγεί στο εισαγωγικό σημείωμα της έκδοσης η Δήμητρα Πικραμένου-Βάρφη, επιμελήτρια του Καταλόγου, χρειάστηκε για πρακτικούς λόγους μια χρονική τομή στην καταγραφή των εντύπων⸱ γι’ αυτό τον λόγο επιλέχθηκε το 1943, χρονιά της τελευταίας καταστροφής της Μονής. Για την ταξινόμηση του υλικού προκρίθηκε η χρονολογική σειρά και χρησιμοποιήθηκε το διεθνές δεκαδικό σύστημα DEWEY. Τα παλαιότερα σωζόμενα βιβλία της Βιβλιοθήκης είναι δύο εκδόσεις του 1502: η πρώτη με τίτλο Ονομαστικόν του Ιούλιου Πολυδεύκη και η δεύτερη το έργο Περί πόλεων του Στέφανου Βυζάντιου. Βάσει της θεματολογίας τους, τα βιβλία κατανεμήθηκαν στις εξής κατηγορίες: Γενικά, Φιλοσοφία, Θεολογία, Κοινωνικές επιστήμες, Γλώσσα, Φυσικές και Θετικές επιστήμες, Λογοτεχνία και Ιστορία / Γεωγραφία / Βιογραφία.

Χειρόγραφα της Μονής. Απόπειρες για την καταγραφή του Αρχείου της Μονής ξεκίνησαν το 1898, όταν ο Χρήστος Ηλιόπουλος, καταρτίζοντας το Κτηματολόγιο του μοναστηριού, κατέγραψε 46 χειρόγραφα. Τα επόμενα 40 χρόνια ο Ηλιόπουλος και άλλοι μελετητές [Ν. Βέης (βλ. «Βιβλιογραφία»), Σπ. Λάμπρος, Δ. Γκίνης] των χειρογράφων της Μονής προχώρησαν σε δημοσιεύσεις και σποραδικές μελέτες σχετικές με το περιεχόμενο των χειρογράφων, χωρίς όμως κάποια συστηματική καταγραφή τους.

Τον Νοέμβριο του 1937 ο φιλόλογος Λίνος Πολίτης επισκέφθηκε τα μοναστήρια της επαρχίας Αιγίου και Καλαβρύτων, μεταξύ αυτών και τη Μονή της Αγίας Λαύρας, για να μελετήσει τα χειρόγραφα και τις βιβλιοθήκες τους. Στον κατάλογο χειρογράφων που δημοσιεύτηκε αργότερα (1939) στο περιοδικό Ελληνικά (βλ. «Βιβλιογραφία»), ο Πολίτης συμπεριέλαβε μαζί με τα χειρόγραφα της Μονής της Αγίας Λαύρας τα χειρόγραφα δύο μετοχιών της, του Αγίου Αθανασίου κοντά στο χωριό Φίλια και της Αγίας Τριάδος λίγο έξω από το χωριό Διακοπτό. Αναλυτικά, στη Μονή βρέθηκαν και καταγράφηκαν 44 χειρόγραφα (9 μουσικά), στον Άγιο Αθανάσιο 36 και στην Αγία Τριάδα 11. Συνολικά στη Μονή, σύμφωνα με τον Πολίτη, φυλάσσονταν 91 χειρόγραφα, 1 ειλητάριο, 2 σπαράγματα περγαμηνών κωδίκων και καταστίχων, 5 χειρόγραφα με τον Κώδικα της Μονής και λογιστικά βιβλία.   

Μετά την καταστροφή της Μονής το 1943, ο Α. Ορλάνδος ήταν ο πρώτος που επισκέφθηκε το μοναστήρι και πραγματοποίησε μια πρόχειρη καταγραφή των διασωθέντων –σε κακή κατάσταση– χειρογράφων, καταλογογραφώντας συνολικά 78 χειρόγραφα. Συστηματικότερη και με βάση επιστημονικά κριτήρια ήταν η ερευνητική καταγραφή των χειρογράφων που πραγματοποιήθηκε την περίοδο 1969–1970 από τον φιλόλογο Παναγιώτη Νικολόπουλο, ο οποίος διαπίστωσε ότι στη Μονή φυλάσσονταν τα εξής χειρόγραφα: 77 ταυτιζόμενα με αυτά που εμπεριέχονταν στον κατάλογο του Ορλάνδου (τον οποίο δημοσιεύει), 10 που δεν καταγράφονταν στον κατάλογο του Ορλάνδου, 2 κώδικες και 1 ειλητάριο ταυτιζόμενα με αυτά του καταλόγου του Λ. Πολίτη και 2 ακόμα χειρόγραφα προερχόμενα από τη δωρεά του Ιερόθεου Αιτωλοακαρνανίας. Αθροιστικά, λοιπόν, στη Μονή θησαυρίζονταν 91 χειρόγραφα, 1 ειλητάριο και 3 σπαράγματα περγαμηνών κωδίκων, σχεδόν όσα και πριν από την καταστροφή του 1943.    

Αρχείο της Μονής. Παράλληλα με την έρευνα του Νικολόπουλου, η Λουκία Δρούλια και η Χρύσα Μαλτέζου ανέλαβαν την κατηγοριοποίηση των τεκμηρίων, καταλήγοντας σε τρεις κύριες ενότητες, οι οποίες αντιστοιχούν στις ιστορικές περιόδους της Πελοποννήσου: τα Ελληνικά, τα Βενετικά και τα Τουρκικά τεκμήρια. Η πρώτη ενότητα περιλαμβάνει τα εκκλησιαστικά (πατριαρχικά, μητροπολιτικά και μοναστηριακά), καθώς και τα επισημότερα και, στην πλειονότητά τους, τα παλαιότερα έγγραφα της Μονής. Επίσης, στην ενότητα Ελληνικά συμπεριλαμβάνονται τα ελληνικά έγγραφα της Βενετοκρατίας, μέρος των εγγράφων που αναφέρονται στο μετόχι του Άγιου Γεώργιου του Κουδουνά στην Πρίγκηπο, τα κατάστιχα του 18ου και του 19ου αιώνα, τα δικαιοπρακτικά των ετών 1717–1835, καθώς και έγγραφα της περιόδου 1804–1906, πολλά εκ των οποίων αναφέρονται στην Επανάσταση και τη σχετική δράση που ανέπτυξε η Μονή. Σε αυτή την κατηγορία βρίσκονται και τα έγγραφα της συλλογής Κύριλλου.

Στην επόμενη ενότητα, τα Βενετικά, συγκαταλέγονται τα δημόσια και ιδιωτικά έγγραφα που αναφέρονται στις σχέσεις της Μονής με τη Γαληνοτάτη Βενετική Δημοκρατία. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται και μεταφράσεις από τούρκικα και ελληνικά έγγραφα. Τέλος, στην τελευταία ενότητα, τα Τουρκικά, αρχειοθετήθηκαν με χρονολογική σειρά τούρκικα έγγραφα, όπως φιρμάνια, χοτζέτια, τεσκερέδες κ.ά.       

Κατάλογοι των βιβλίων και των εγγράφων της Μονής

Αγία Λαύρα Καλαβρύτων, η Βιβλιοθήκη της Μονής: 1. Κατάλογος εντύπων (1502–1943), τόμ. Β΄, επιμ. Δήμητρα Πικραμένου-Βάρφη, Αθήνα, ΚΝΕ / ΕΙΕ, 1978.  

Δρούλια, Λουκία / Χρύσα, Μαλτέζου, Το Αρχείον της Ιεράς Μονής Αγίας Λαύρας Καλαβρύτων, Σύμμεικτα, τόμ. Β΄, ΚΒΕ / ΕΙΕ, Αθήνα 1970, σ. 379–399 (ανάτυπο).

Μαλτέζου, Χρύσα, Το βενετικό αρχείο της μονής Αγίας Λαύρας Καλαβρύτων. Σκρετούρες παλιές (1688–1715), Αθήνα, Ακαδημία Αθηνών / Κέντρον Ερεύνης του Μεσαιωνικού και Νέου Ελληνισμού, 2020.

Νικολόπουλος, Π., Τα χειρόγραφα της Ιεράς Μονής Αγίας Λαύρας Καλαβρύτων, Σύμμεικτα, τόμ. Β΄, Αθήνα, ΚΒΕ / ΕΙΕ, 1970, σ. 399–416 (ανάτυπο).

Πολίτης, Λ., «Χειρόγραφα Μοναστηριών Αιγίου και Καλαβρύτων», Ελληνικά, 11 (1939), σ. 81–108.

Βιβλιογραφία για τη Βιβλιοθήκη και το Αρχείο της Μονής

Αγία Λαύρα Καλαβρύτων, Κείμενα από τον Κώδικα της Μονής: 1. Κτιτορικό. 2. Χρονικό της Αλβανοκρατίας (1770–1779). 3. Ακολουθία του αγίου Αλεξίου, τόμ. Α΄, επιμ. Κώστας Λάππας, Αθήνα, ΚΝΕ / ΕΙΕ, 1975.

Βέης, Ν.Α., Έκθεσις παλαιογραφικής και ιστοριοδιφικής εκδρομής εις την επαρχίαν Καλαβρύτων, Παναθήναια, 101 (15 Δεκεμβρίου 1905), σ. 136–141 & 104 (31 Ιανουαρίου 1905), σ. 237–242.

Βέης, Ν.Α., Κατάλογος των χειρογράφων κωδίκων της εν Λευκασίω μονής του Αγίου Αθανασίου, Δελτίον της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας,  9 (1926), σ. 66–88.

Δρούλια, Λουκία, «Ο Λαυριώτης μοναχός Κύριλλος από την Πάτρα και η βιβλιοθήκη του», ανάτυπο από το περιοδικό Ο Ερανιστής, 11 (1974), Αθήνα 1980.

Λάππας, Κ., Ο Καλαβρυτινός δάσκαλος Γρηγόριος Ιωαννίδης και η βιβλιοθήκη του, ανάτυπο από το περιοδικό Μνήμων, 5 (1976), Αθήνα.

Επωνυμία: Βιβλιοθήκη της Ιεράς Μονής Αγίας Λαύρας Καλαβρύτων
Ιστορικό πλαίσιο: Νεότερη Εποχή
Χαρακτήρας: Μοναστηριακές
Τόπος ίδρυσης: Καλάβρυτα
Τόπος λειτουργίας: Καλάβρυτα
Χρόνος ίδρυσης: 961
Περιεχόμενα: Βιβλία
Χειρόγραφα
Επιστολές
Σύστημα ταξινόμησης: DEWEY
Δωρεές/Αγορές: Ναι
Εκδόσεις: Όχι
Κατάλογοι: Κατάλογος Εντύπων
Κατάλογος Αρχείων
Ιδιοκτησία: Ιερά Μονή Αγίας Λαύρας Καλαβρύτων
Κτίρια: Ιερά Μονή Αγίας Λαύρας, Καλάβρυτα 25001
Διοίκηση: Κοινόβιο
Νομικό πλαίσιο: Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ)
Πληροφορίες: Διεύθυνση: Ιερά Μονή Αγίας Λαύρας, Καλάβρυτα 25001
Τηλέφωνο: (+30) 26920 22363
Ωράριο: Καθημερινά: 10.00–13.00 & 15.00–16.00 (χειμερινοί μήνες) και 10.00–13.00 & 16.00–17.00 (καλοκαιρινοί μήνες)
Λέξεις κλειδιά: Ιερά Μονή Αγίας Λαύρας Καλαβρύτων
Παλαιομονάστηρο
Ηγούμενος Ιωάννης
Παλαιών Πατρών Γερμανός
Αναστάσιος Ορλάνδος
Μοναχός Κύριλλος
Μονή Βαρούσι
Λουκία Δρούλια
Γρηγόριος Ιωαννίδης
Γεώργιος Ράστης
Κωνσταντίνος Ράστης
Ιωάννης Ράστης
Κωνσταντίνος Νικολόπουλος
Λάμπρος Φωτιάδης
Ηλίας Μανασσής
Κώστας Λάππας
Δήμητρα Πικραμένου-Βάρφη
Χρήστος Ηλιόπουλος
Λίνος Πολίτης
Παναγιώτης Νικολόπουλος
Χρύσα Μαλτέζου
Μετόχι του Αγίου Γεωργίου του Κουδουνά
Γαληνοτάτη Βενετική Δημοκρατία
Αναφέρει: Πρόσωπα
Νικολόπουλος, Κωνσταντίνος «Αγαθόφρων», δάσκαλος
Εικόνες
Η Ιερά Μονή της Αγίας Λαύρας στα Καλάβρυτα.
Η όψη της Μονής της Αγίας Λαύρας Καλαβρύτων από τον λόφο, βόρεια της Μονής, όπου βρίσκεται το μνημείο των πεσόντων αγωνιστών της Επανάστασης του 1821.
Το παλαιό Καθολικό (1850) της Ιεράς Μονής Αγίας Λαύρας Καλαβρύτων.
Γενική άποψη της Μονής της Αγίας Λαύρας στα Καλάβρυτα.
Η Μονή της Αγίας Λαύρας Καλαβρύτων σε σχέδιο του Ρώσου μοναχού Β. Μπάρσκην (1745).
Το παλαιό Καθολικό (1850) της Μονής της Αγίας Λαύρας στα Καλάβρυτα σε φωτογραφία του 1900.
Δυτική όψη του πρώτου Καθολικού της Μονής της Αγίας Λαύρας Καλαβρύτων στη θέση Παλαιομονάστηρο.
Άδεια χρήσης: Αναφορά Δημιουργού - Μη Εμπορική Χρήση - Όχι Παράγωγα Έργα 4.0 Διεθνές (CC BY-NC-ND 4.0)
Δικαιώματα: Το λήμμα αποτελεί πρωτότυπη επιστημονική εργασία της ομάδας ανάπτυξης του ψηφιακού χώρου «Περί Βιβλιοθηκών».
Εμφανίζεται στις συλλογές:Βιβλιοθήκες
Προβολή λιγότερων