Βιβλιοθήκη της Ιεράς Μονής Φιλοθέου

Θέση. Η μονή του οσίου Φιλοθέου βρίσκεται στο μέσον περίπου της ανατολικής ακτής της Αθωνικής χερσονήσου, κτισμένη σε ένα καστανόφυτο οροπέδιο της ΒΑ πλευράς σε υψόμετρο 330 περίπου μέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας, ανάμεσα στη μονή Καρακάλλου και το Κάθισμα του Μυλοποτάμου. Είναι αφιερωμένη στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου.

Το μοναστηριακό συγκρότημα εμφανίζει τη συνήθη, σχεδόν τετράγωνη, κάτοψη, με το καθολικό στη μέση και την Τράπεζα στα δυτικά του, ενσωματωμένη όμως στην αντίστοιχη πτέρυγα της μονής.

Στην ιεραρχική τάξη των είκοσι Αγιορείτικων μονών, η μονή του Φιλοθέου κατέχει, από το 1574, τη δωδέκατη (12η) βαθμίδα.

Ίδρυση και εξέλιξη. Στη σημερινή θέση της μονής Φιλοθέου σύμφωνα με την παράδοση υπήρχε Ασκληπιείο, που είχε ιδρύσει ο Μ. Κωνσταντίνος (323-337). Κατά τον 9ο αι. ένας μοναχός, ονόματι Ξενοφών, φαίνεται πως ασκήτευσε στην τοποθεσία. Ο Γεράσιμος Σμυρνάκης (1862-1935) αναφέρει πως στη θέση αυτή προϋπήρχε μονύδριο, που ήδη από το 868 ονομαζόταν Φιλοθέου, χωρίς αυτός ο ισχυρισμός να επαληθεύεται από τις γραπτές πηγές. Ένα έγγραφο της Μεγίστης Λαύρας του έτους 992 την κατονομάζει ως μονή της Πτέρης ή του Φιλοθέου.

Με σημερινό της όνομα τη συναντούμε ακόμη σε δύο έγγραφα του Πρώτου Νικηφόρου κατά τα έτη 1015 και 1016, όπου ο τότε ηγούμενός της υπογράφει ως «Γεώργιος μοναχός και ηγούμενος Φιλοθέου» και ως «Γεώργιος, Μοναχός και ηγούμενος μονής του κυρού Φιλοθέου» αντίστοιχα, ενώ σε έγγραφο του 1017 τέσσερις φορές ταυτίζεται με τη μονή της Φτέρης: «Της Πτέρης ήγουν Φιλοθέου».

Από τα έγγραφα αυτά, καθώς και από άλλα σχετικά, συνάγεται ότι ιδρύθηκε αρκετά χρόνια πριν το 1015 από τον Φιλόθεο, σύγχρονο του Αθανασίου Αθωνίτη (π. 930-1000), ίσως μάλιστα κατά τα τέλη του 10ου αιώνα. Με τα ιστορικά αυτά δεδομένα συμφωνεί βασικά και η παλαιά παράδοση που αποδίδει την ίδρυσή της στον Φιλόθεο σε συνεργασία με τους ασκητές Αρσένιο και Διονύσιο.

Από το 1051 έως το 1141 η μονή Φιλοθέου δεν αναφέρεται σε κανένα αρχειακό έγγραφο. Η παράδοση πως το πρώτο μεγάλο οικοδομικό πρόγραμμα του μοναστηριακού συγκροτήματος τοποθετείται στα έτη της βασιλείας του Νικηφόρου Γ’ Βοτανειάτη (1078 -1081), που οι δωρεές του επέτρεψαν την συγκρότησή της σε πραγματική μονή, πιστοποιείται μόνο σε ύστερες πηγές. Φαίνεται πως προέρχεται από τις αφηγήσεις για τη δωρεά στη μονή Φιλοθέου του μετοχίου του Προδρόμου στη Θάσο, που όμως εμφανίζεται από τον 18ο αιώνα και μετά, αφενός από τον Ιγνάτιο Φιλοθεΐτη το 1796 (κώδ. Φιλ. 89) και αφετέρου από τον κώδ. Παντ. 281 του 19ου αι.

Αυτή η απουσία τεκμηρίων υποδηλώνει πως η μονή είχε εγκαταληφθεί. Η παρουσία της καταδεικνύεται και πάλι το 1141, όταν με ηγούμενο κάποιον Αρσένιο ενοποιήθηκε ένα νέο κτίσμα με τον πρότερο χώρο της μονής. Ο Αρσένιος συμπεριλαμβάνεται στους κτήτορες της μονής.

Η πιθανότητα για μια δεύτερη περίοδο εγκατάλειψης τίθεται από την απουσία εγγράφων για περισσότερο από έναν αιώνα, από το 1169 μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1280.

Κατά τη βασιλεία των Παλαιολόγων Ανδρονίκου Β΄ (1282 -1328), Ανδρονίκου Γ΄ (1328 -1341) και Ιωάννη Ε΄ (1341 -1391) η μονή απολάμβανε ιδιαίτερη φροντίδα, με επιχορήγηση που ανερχόταν σε δέκα μεγάλα τάλαντα. Επιπρόσθετα, κατακυρώθηκαν και οι κτήσεις της μονής στη Θάσο, τις Σέρρες, την Καλαμαριά κ.α.

Νέα ώθηση στη μονή έδωσε ο Θεοδόσιος (1300-1391), αδελφός του Διονυσίου, κτήτορα της ομώνυμης μονής. Ο Θεοδόσιος κατάγεται από την Κορυσό της Καστοριάς, σπούδασε στην Κωνσταντινούπολη, όπου και χειροτονήθηκε. Στη συνέχεια κατέφυγε στη μονή Φιλοθέου όπου το 1335 ψηφίστηκε ηγούμενός της. Το 1370 τον άρπαξαν πειρατές και πωλήθηκε σκλάβος στην Προύσα. Μετά από περιπέτειες έγινε μητροπολίτης Τραπεζούντας, καλεσμένος από τον Αλέξιο Γ΄ Κομνηνό (1349-1390).

Τη μονή Φιλοθέου προσπάθησε να επανδρώσει ο Στέφανος Δουσάν, όταν το 1346 εξέδωσε υπέρ αυτής χρυσόβουλλο. Αποτέλεσμα της κίνησής του αυτής ήταν η προσέλευση στο μοναστήρι πολλών Βουλγάρων και Σέρβων μοναχών, οι οποίοι μετέτρεψαν τη μονή σε ιδιόρρυθμη. Σε έγγραφο της Συνάξεως το 1483 ο ηγούμενος της μονής υπέγραφε στα σλαβικά.

Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης, περί το 1480, η μονή Φιλοθέου διέρχεται περίοδο ερήμωσης. Οδηγήθηκε σε ανόρθωση από τον Διονύσιο (θ. 1541), ο οποίος ανέλαβε την ηγουμενία της περί το 1500. Ο Διονύσιος είχε ξεκινήσει από τα Μετέωρα και πριν να εγκαταβιώσει στη Φιλοθέου ήταν μοναχός στη γειτονική μονή Καρακάλλου. Μολονότι η αντίδραση των φίλων της ιδιορρυθμίας σλαβόφωνων στις προσπάθειές του για τη μετατροπή της μονής σε κοινόβιο τον ανάγκασαν να αποχωρήσει από τη θέση του και να καταφύγει αρχικά στη Βέροια, κατόπιν στα Ιεροσόλυμα και τέλος στον Όλυμπο, όπου ίδρυσε τη μονή Αγίας Τριάδος, η προσφορά του είχε μόνιμα ευεργετικά αποτελέσματα. Επέβαλε τον κοινοβιακό τρόπο βιωτής και ξεκίνησε ένα μεγάλο ανακαινιστικό πρόγραμμα, που βασίσθηκε σε δωρεές ευεργετών. Παράλληλα, επάνδρωσε τη μονή με νέους μοναχούς που έφερε από την Κωνσταντινούπολη και καθιέρωσε την ελληνική γλώσσα στις εκκλησιαστικές ακολουθίες.

Το 1533 όμως η μονή Φιλοθέου, για να αντιμετωπίσει τα χρέη της, προφανώς εξαιτίας της οθωμανικής κατάκτησης, αναγκάστηκε να πουλήσει στον έξαρχο Γρηγόριο Γηρομεριώτη έναντι 4.000 άσπρων το Κάθισμα του Σταυρονικήτα, που στη συνέχεια εξελίχθηκε σε κυρίαρχη μονή. Ακόμη, το 1541 παραχώρησε την επικαρπία εδαφικών εκτάσεων του μετοχίου της στη Θάσο σε χωρικούς. Επίσης, κατά τα τέλη του 16ου αι. επικυρώθηκε από το πατριαρχείο η πρότερη κυριότητα της μονής επί του Μυλοποτάμου και του Κραβάτου στη μονή της Λαύρας. Ακολούθησε η πτώχευσή της και το 1661 απαλλάχθηκε για τον λόγο αυτό από τη συδοσία προς την κοινότητα, μαζί τις μονές Κωνσταμονίτου και αγίου Παντελεήμονος. Το 1666 έχει 50 μοναχούς.

Στους τελευταίους ευεργέτες της μονής λογίζονται οι Ρώσοι τσάροι Μιχαήλ Θεοδώροβιτς (1642), που έδωσε άδεια εράνου ανά επταετία, και Ιωάννης Μαξίμοβιτς (1707), καθώς και οι ηγεμόνες των Παραδουνάβιων ηγεμονιών Ιωάννης Γρηγόριος Γκίκας (1733-1735) και  Κωνσταντίνος Μαυροκορδάτος (1730 κε.).  Στους δύο τελευταίους οφείλεται η ανοικοδόμηση του Καθολικού, που είχε καταρρεύσει το 1746.

Το 1744 στη μονή Φιλοθέου αντιστοιχούσε χαράτσι προς τους Τούρκους 91 γρόσια. Το 1759 αδελφός της μονής έγινε ο Κοσμάς Αιτωλός, πρώην μαθητής της Αθωνιάδας σχολής.

Κατά την απογραφή του 1808 οι μοναχοί της ήταν 60, από τους οποίους εντός της μονής ζούσαν οι 42.

Τον Σεπτέμβριο του 1871 πυρκαγιά κατέκαυσε το μεγαλύτερο μέρος των κτηρίων, εκτός του Καθολικού και της Βιβλιοθήκης.  Εν μέρει διασώθηκε η Τράπεζα, καθώς και κάποιο μικρό τμήμα του διαβατικού της εισόδου, στο οποίο εντοπίσθηκε επιγραφή με χρονολόγηση ˏζμη΄ (=1540). Οι εργασίες ανοικοδόμησης κράτησαν 20 χρόνια και εξάντλησαν τους πόρους της μονής, χωρίς να ολοκληρωθεί το έργο, αφού το μισό της βόρειας πτέρυγας έμεινε ασυμπλήρωτο. Από το Μάρτιο του 1900 η Ιερά Κοινότητα ανέλαβε την κηδεμονία της μονής.

Από τη βυζαντινή μονή Φιλοθέου δύσκολα σώζεται κάτι ορατό στις ημέρες μας. Σποραδικά μόνο και μέσα από τις πρόσφατες αναστηλωτικές εργασίες διακρίνονται κάποια στοιχεία που θα μπορούσαν να τοποθετηθούν στη βυζαντινή εποχή.

Το 1965 η μονή Φιλοθέου έχει μόλις 22 μοναχούς. Το 1973 επανδρώθηκε από τη συνοδεία του γέροντα Εφραίμ, μαθητή του Ιωσήφ του Σπηλαιώτη στη Νέα Σκήτη, που ήταν εγκαταστημένη στην Προβάτα, στο Κελλί του Αγίου Αρτεμίου. Τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς επέστρεψε στο κοινοβιακό σύστημα με σιγίλλιο του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Δημητρίου Α΄.

Συνοδείες μοναχών από τη μονή Φιλοθέου επάνδρωσαν τις μονές Κωνσταμονίτου (1979), Ξηροποτάμου (1980) και Καρακάλλου (1981).

Μεταξύ των μοναχών που κατά καιρούς εγκαταβίωσαν στη μονή Φιλοθέου συγκαταλέγονται ο αυστηρός ασκητής Συμεών, που έλαβε το προσωνύμιο μονοχίτων και ανυπόδητος, με καταγωγή από την Αγυιά Μαγνησίας, οι Δομέτιος και Δαμιανός από τα Άγραφα, ο Διονύσιος από το Φανάρι Καρδίτσας, ο Ευλόγιος Κουρίλας (1880-1961), από τα περίχωρα της Κορυτσάς, κ.ά.

Το Καθολικό. To καθολικό της μονής Φιλοθέου είναι αφιερωμένο στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Κτίσθηκε στα θεμέλια παλαιότερου ναού και αρχιτεκτονικά ανήκει στον αγιορείτικο εγγεγραμμένο σταυροειδή ρυθμό. Στην ανέγερση (1746) και εικονογράφηση (1752) του Καθολικού βοήθησαν οικονομικά οι ηγεμόνες της Μολδοβλαχίας Κωνσταντίνος Μαυροκορδάτος και Γρηγόριος Γκίκας με 6.600 άσπρα. Η εικονογράφηση του Καθολικού είναι έργο των αδελφών Κωνσταντίνου και Αθανασίου από την Κορυτσά. Οι ίδιοι δεκατρία χρόνια μετά, στα 1765, ιστόρησαν και τη λιτή. Το εικονοστάσιο είναι του 18ου αιώνα. Ο πύργος του κωδωνοστασίου είναι της ίδιας περιόδου (1764).

Για το παλαιό Καθολικό γνωρίζουμε μόνο ότι ήταν ρυθμού βασιλικής. Μάλιστα, σε σχέδιο του Μπάρσκι, ο οποίος πέρασε από τη Μονή δύο μόλις έτη πριν από την ανέγερση του νέου ναού, η βασιλική αυτή εμφανίζεται τρουλλαία, με πλευρικούς χορούς και επιπρόσθετο τρούλλο στον πρόναο. Από τον ναό εκείνον διατηρήθηκε το τέμπλο, εμπλουτισμένο με φορητές εικόνες Κρητικής Τέχνης στο επιστύλιό του.

Η Τράπεζα. Η Τράπεζα, ενσωματωμένη στη δυτική πτέρυγα, στον πρώτο όροφο, θεωρείται ένα από τα παλαιότερα κτήρια της μονής. Επεκτάθηκε κατά τον 16ο αι. με δαπάνη του βασιλέως της Καχετίας (σημερινής Γεωργίας) και του γιού του Αλεξάνδρου. Επιγραφή με χρονολογία 1540 μάλλον αναφέρεται στην ανακαίνιση κτηρίου και όχι στην τοιχογράφησή του, η οποία σύμφωνα με νεότερες μελέτες τοποθετείται μεταξύ των ετών 1561 -1574. Πρόκειται για αξιόλογες τοιχογραφίες, που όμως δεν σώζονται σε καλή κατάσταση, εξαιτίας της πυρκαγιάς του 1871. Φιλοτεχνήθηκαν σε μία φάση, αλλά ανήκουν σε δύο διαφορετικούς ζωγράφους.

Μεταξύ Καθολικού και Τράπεζας βρίσκεται η Φιάλη, που είναι κατασκευασμένη στο σύνολό της από λευκό μάρμαρο. Οι τοιχογραφίες του θόλου της ανάγονται στα τέλη του 18ου αι.

Φορητές εικόνες. Ως εφέστιες εικόνες της μονής θεωρούνται η Θεοτόκος Γλυκοφιλούσα και η Παναγία η Γερόντισσα. Η Γλυκοφιλούσα, αμφιπρόσωπη εικόνα με παράσταση Σταυρώσεως στην πίσω όψη, είναι τοποθετημένη στο αριστερό μαρμάρινο προσκυνητάρι του Καθολικού. Η παράδοση της μονής τη θέλει ως προεικονομαχική και να καταφθάνει με θαυματουργικό τρόπο από την Κωνσταντινούπολη, καθώς η κάτοχός της πατρικία Βικτωρία την έριξε στη θάλασσα για να τη σώσει. Η Γερόντισσα είναι τοποθετημένη πίσω από τον αριστερό χορό. Επίσης μεταφέρθηκε με θαυματουργικό τρόπο από τη Νιγρίτα Σερρών.

Στο Καθολικό φυλάσσεται επίσης ορειχάλκινος Σταυρός εκστρατείας μεγάλων διαστάσεων του 11ου αι. με παραστάσεις ιαματικών και στρατιωτικών αγίων.

Βιβλιοθήκη. Η σημερινή συλλογή της Βιβλιοθήκης καταλαμβάνει τον πρώτο όροφο της νεόδμητης βορειοδυτικής πτέρυγας, που ανεγέρθηκε σύμφωνα με τις σύγχρονες προδιαγραφές φύλαξης και διατήρησης (1992-1994). Η προηγούμενη θέση της ήταν στον πρώτο όροφο της μνημειακής εισόδου της μονής, που βρίσκεται στην ανατολική πτέρυγα, κάτω από το παρεκκλήσι των 5 μαρτύρων.

Η παλαιότερη αναφορά στη Βιβλιοθήκη της μονής Φιλοθέου που έχει εντοπιστεί, είναι εκείνη του Κυριακού Αγκωνίτη, ο οποίος επισκέφθηκε το μοναστήρι στις 22-29 Νοεμβρίου 1444 και σημείωσε πως είδε ένα αντίγραφο του σχολιασμού του Ευσταθίου στον Όμηρο («Εὐσταθίου μαΐστορος τῶν ῥητόρων ἐκκλησιαστικοῦ ἐπὶ τῶν δεήσεων τοῦ Ὁμήρου τοῦ ὕστερον Θεσσαλονίκης παρεκβολαὶ τῆς Ὁμήρου Ἰλιάδος»). O κώδικας αυτός δεν βρίσκεται πλέον στη βιβλιοθήκη.

Για ύπαρξη βιβλιοθήκης μπορούμε να μιλούμε μόνο μετά την επανίδρυση της μονής από τον Αρσένιο, μετά δηλαδή το 1141. Ορισμένα λειτουργικά βιβλία του 12ου και 13ου αιώνα που βρίσκονται στη βιβλιοθήκη πιθανότατα αγοράστηκαν καινούργια κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου.

Παρακολουθώντας την ιστορία της βιβλιοθήκης διαπιστώνουμε πως η συλλογή βιβλίων από αγορές ή συγγραφές λάμβαναν χώρα περίπου κάθε εκατό χρόνια μέχρι την οθωμανική κατάκτηση. Η αρχική ώθηση σχετίζεται με τον ιδρυτή της Αρσένιο (μέσα 12ου αι.), η ανακαίνισή της από τον άγιο Σάββα (αρχές 13ου αι.), η συγκρότηση βιβλιογραφικού εργαστηρίου από τους μοναχούς Γεράσιμο και Ιγνάτιο (μέσα 14ου αι.), η ανακαίνιση που προέρχεται από τις δωρεές του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Β΄ Παλαιολόγου (1ο τέταρτο του 14ου αι.) και από την ηγουμενία του Θεοδοσίου (2ο τέταρτο του 14ου αι.), αργότερα αρχιεπισκόπου Τραπεζούντας, από το σκριπτόριο και το σχολείο των Καλλιπολιτών μοναχών Μαξίμου, Γαβριήλ και Μακαρίου (που εκτείνεται στα μέσα του 16ου  αι.), που συνδέονται με την ανανέωση της μονής ως ελληνικού κοινοβίου από τον ηγούμενο Διονύσιο, αργότερα γνωστό ως Διονύσιο εν Ολύμπω. Το έργο Καλλιπολιτών συνδέθηκε και με την τοποθέτηση ενός καλλιγράφου, του Καλλίνικου Διονυσιάτη, ως ηγουμένου στη μονή Φιλοθέου.

Η αδιάλειπτη ιστορία του μοναστηριού από την ίδρυσή του το 1141 από τον Αρσένιο υποδηλώνει ότι και η βιβλιοθήκη θα πρέπει να έχει επίσης μιαν αδιάκοπη πορεία, καθώς τα βιβλία ήταν σίγουρα μέρος των αναγκών του νέου ιδρυτή της. Στη διαμόρφωση μάλιστα της πρώιμης αυτής βιβλιοθήκης θα πρέπει να έπαιξαν ρόλο και τα επιστημονικά ενδιαφέροντα του ίδιου του Αρσενίου, ο οποίος ταυτίζεται με τον Φιλοθεΐτη συγγραφέα που συνέθεσε περί το 1150 το κανονολογικό έργο «Σύνοψις των θείων Κανόνων». Κανένα αντίγραφο της Σύνοψης αυτής δεν σώζεται στη μονή, αλλά δύο κώδικές της πιθανόν να σχετίζονται με τις πηγές του Αρσενίου, ο κώδ. 216 (Λάμπρος 42), των μέσων του 12ου αι., και ο κώδ. 38 (Λάμπρος 52), του 11ου αι., αφού ο Αρσένιος θα έπρεπε να έχει στα χέρια του συγκεντρωμένα σχετικά συγγράμματα.

Κανένα από τα χειρόγραφα που χρονολογούνται από τον 12ο  και τις αρχές του 13ου  αι. δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι γράφτηκε στη μονή Φιλοθέου. Εντοπίζονται, ωστόσο, επτά ή οκτώ κώδικες που γράφτηκαν εκείνη την περίοδο, οι οποίοι είτε είχαν αποκτηθεί για τη μονή ως νέοι, είτε κάποια από τα παλαιότερα χειρόγραφα είχαν αποκτηθεί εκείνη την εποχή από δεύτερο χέρι.

Κατά την παλαιολόγεια περίοδο οι Φιλοθεΐτες μοναχοί διεύρυναν το περιεχόμενο της βιβλιοθήκης είτε γράφοντας είτε αποκτώντας από διάφορες πηγές αρκετούς κώδικες. Οι κώδικες που αποκτήθηκαν κατά το διάστημα αυτό είναι σχεδόν όλοι αγιολογικοί. Οι μοναχοί Γεράσιμος και Ιγνάτιος, με τη βοήθεια και άλλων μοναχών, κατόρθωσαν να δημιουργήσουν μια σημαντική θεματική σειρά. Η μοναδική εξαίρεση είναι ένα τετραευάγγελο που γράφτηκε από φιλοθεΐτη μοναχό σύγχρονο με τον Γεράσιμο προφανώς για προσωπική χρήση.

Με την πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, το Άγιο Όρος βιώνει μια δύσκολη περίοδο. Οι πληροφορίες για αντιγραφή κωδίκων είναι λίγες και αφορούν στο πρώτο μισό του 15ου αι. Παράλληλα η Δύση αρχίζει να ενδιαφέρεται για τις συλλογές των μονών λόγω της Αναγέννησης, εξαιτίας της οποίας αναζητούνται χειρόγραφα με έργα κλασικών συγγραφέων, αλλά και εξαιτίας της διαμάχης μεταξύ ανατολικής και δυτικής εκκλησίας παράλληλα αναζητούνται θεολογικά κείμενα. Αποτέλεσμα αυτών των αναζητήσεων ήταν η αποστολή ατόμων στο Άγιο Όρος με σκοπό την προμήθεια της Δύσης με χειρόγραφα, με αποτέλεσμα τις «γνωστές» απώλειες στις αγιορείτικες Βιβλιοθήκες.  Εκτός από την απόπειρα απόκτησης χειρογράφων, κάποιοι από τους δυτικούς απεσταλμένους κατέγραφαν ό,τι συναντούσαν. Χάρη σ’  αυτές τις μαρτυρίες γνωρίζουμε ότι οι Βιβλιοθήκες της Μεγίστης Λαύρας και του Βατοπεδίου ήταν οργανωμένες και ότι στις Μονές Παντοκράτορος και Φιλοθέου φαίνεται ότι υπήρχαν σημαντικές προσωπικές συλλογές μοναχών.

Κατά τον 16ο αι. οι τρόφιμοι της μονής συνέλεξαν και αντέγραψαν κυρίως λειτουργικά κείμενα. Η ομάδα γραφέων από την Καλλίπολη έγραψε πολλά λειτουργικά βιβλία για το μοναστήρι και παράλληλα διηύθυνε ένα σχολείο στο οποίο εκπαίδευαν αναλφάβητους ιερείς. Μερικοί από αυτούς έγραψαν κώδικες που σώζονται στο μοναστήρι.

Την ίδια περίοδο έχουμε και έναν εμπλουτισμό από βιβλία που μπορούν να χαρακτηριστούν ως πηγές για την ορθόδοξη θεολογία και τη βιβλική ερμηνεία. Οι περισσότεροι αποκτήθηκαν από δωρεές ή αγορές.

Κατά την πυρκαγιά του 1871 όλα τα βιβλία μεταφέρθηκαν σε ασφαλείς χώρους και διασώθηκαν όλα.

Η περίπτωση της βιβλιοθήκης του Φιλοθέου παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον λόγω της μεγάλης συλλογής πρώιμων Μηναίων, η οποία είναι σημαντική για την αθωνική χειρόγραφη παράδοσή τους. Αν ανατρέξουμε στον κατάλογο του Λάμπρου, τη μονή Φιλοθέου ξεπερνά μόνο η Μεγίστη Λαύρα σε αριθμό σωζόμενων παλαιών Μηναίων και αποτελούν ένα αρχείο που τεκμηριώνει την ιστορία των τρόπων με τους οποίους πραγματοποιούνταν οι ακολουθίες στη μονή Φιλοθέου από την ίδρυσή της το 1141 και εξής.

Βιβλιοθήκη-Αρχείο. Μεταξύ των εγγράφων της μονής συγκαταλέγεται το πωλητήριο μονυδρίου προς τη Λαύρα, του 1046, ένα άλλο του 1087, υπογραμμένο από τον Πρώτο του Αγίου Όρους Σάββα, που αφορά την σκητή του Μαγουλά. Ακόμη, ένα Χρυσόβουλλο του Ανδρονίκου Β΄ Παλαιολόγου (1284), με το οποίο δωρίζεται στη μονή το δεξιό χέρι του Ιωάννη Χρυσόστομου, και ένα δεύτερο (1287), που αφορά το Μετόχι της μονής στη Θάσο. Από το 1287 έχουμε επίσης Γράμμα του Πρώτου για τα μετόχια της μονής που δεν της ανήκουν πια. Το 1326 έχουμε ένα Χρυσόβουλλο Ανδρονίκου Γ΄ Παλαιολόγου, το 1344 του Ιωάννου Α΄ Παλαιολόγου και το 1346 του Στεφάνου Δουσάν. Επίσης, το 1634 έγγραφο του Ιωάννου Γρηγορίου Γκίκα, βοεβόδα Μολδαβίας και το 1641 του τσάρου Μιχαήλ Θεοδώροβιτς.

Στο Αρχείο της μονής Φιλοθέου υπάρχουν ακόμη διάφορα Πρακτικά εκχωρήσεων, απογραφών, οροθεσιών, κλπ., έγγραφα Μητροπολιτών, Πρώτων του Αγίου Όρους, τουρκικών αρχών στα ελληνικά, και άλλα μοναστηριακά και ιδιωτικά έγγραφα δωρεών, διαθηκών, πωλητηρίων, κλπ.

Βιβλιοθήκη-Χειρόγραφοι Κώδικες. Η Βιβλιοθήκη της μονής Φιλοθέου περιλαμβάνει σήμερα περί τους 400 χειρόγραφους κώδικες, με 54 από αυτούς σε περγαμηνή και δύο ειλητάρια. Ο Λάμπρος το 1880 κατέγραψε 249, ενώ τα περισσότερα σπαράγματα που εντόπισε τα τοποθέτησε σε έναν φάκελο και τα καταχώρησε στο ράφι με αριθμό 81. Σήμερα, έχουν επιστραφεί στους αντίστοιχους κώδικες και προσμετρήθηκαν στις περιγραφές των εν λόγω κωδίκων.

Οι επιπλέον κώδικες είναι υστερότερα, λειτουργικά κυρίως, χειρόγραφα, πολλοί προφανώς αντιγραμμένοι από έντυπες εκδόσεις. Αρκετοί από αυτούς εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται στις ακολουθίες της μονής, και πιθανόν να ήταν στο Καθολικό όταν ο Λάμπρος μελετούσε τη συλλογή. Κάποιοι παλαιότεροι, μεταβυζαντινοί όμως κώδικες, που τώρα φυλάσσονται στη βιβλιοθήκη, κατά την επίσκεψη του Λάμπρου προφανώς βρίσκονταν στα κελιά μοναχών ή στα μετόχια της μονής.

Το 1660 ο Αρσένιος Σουχάνοφ αφαίρεσε από τη μονή 32 χειρόγραφα. Ο κώδικας που περιείχε ιστορικά υπομνήματα περί του Αγίου Όρους, που μελέτησαν ο Ουσπένσκυ και ο Fallmerayer δεν εντοπίζεται στη βιλβιοθήκη.

Σημαντικότερο όλων των χειρογράφων είναι ένα εικονογραφημένο τετραευάγγελο (αρ. 33), που θεωρείται από τα αρχαιότερα του Αγίου Όρους. Η προσωπογραφία με τον ευαγγελιστή Μάρκο αποδιδόμενο ως φιλόσοφο είναι η παλαιότερη μικρογραφική παράσταση στο Άγιο Όρος. Ο κώδικας είναι του 10ου αι., αλλά η αρχαϊκής τεχνοτροπίας παράσταση του ευαγγελιστή προέρχεται από παλαιότερο χειρόγραφο.

Αξιομνημόνευτος είναι και ο κώδικας 2 της μονής, του 8ου αι., με επίτιτλα, αρχικογράμματα, κλπ.

Βιβλιοθήκη-Έντυπα Βιβλία. Τα έντυπα βιβλία της Φιλοθέου ανέρχονται περίπου στις 20.000 αντίτυπα, από τα οποία τα 500 είναι στα ρωσικά και στα ρουμανικά.

Σ’  αυτά έχει προστεθεί πρόσφατα και η πλούσια βιβλιοθήκη του προηγούμενου βιβλιοθηκάριου Λουκά Ντούρου από την Κατερίνη, ο οποίος απεβίωσε τον Ιανουάριο του 2022 από covid-19.

Ο Θωμάς Παπαδόπουλος στις Βιβλιοθήκες του Αγίου Όρους ( σ. 3), η πρώτη ελληνική έκδοση που έχει εντοπίσει ανάγεται στα 1494, και πρόκειται για την Ανθολογία διαφόρων επιγραμμάτων, που τυπώθηκε στη Φλωρεντία από τον L.F. de Alopa.

Στη βιβλιοθήκη της μονής είναι επίσης θησαυρισμένο το μοναδικό γνωστό αντίτυπο ενός Ειρμολογίου, που τυπώθηκε στη Βενετία στις 12.09.1549, από της εκδοτική εταιρεία που απαρτιζόταν από τους Μητροφάνη Καισαρείας, Δημήτριο Μαρμαρέτο, Βασίλειο Βάρελη και Sylvestro de Odino. Σ’ αυτή την έκδοση τυπώθηκε για πρώτη φορά το έργο του Ιωάννη Μαλαξού Περί της σημασίας…

Αξιοσημείωτη είναι και η έκδοση του Πεντηκοσταρίου, τυπωμένη στη Βενετία το 1525 από τον Stephano de Sabio, όπως και του Τριωδίου του 1538, τυπωμένη από τον Geraldi επίσης στη Βενετία, και οι δύο εκδόσεις είναι «πόνω δημητρίου του ζήνωνος».

Το βιβλιογραφικό εργαστήριο. Στη Μονή λειτούργησε βιβλιογραφικό εργαστήριο, το οποίο ιδρύθηκε στα μέσα του 14ου αι., καθώς και «σχολείο» στα μέσα του 16ου αι. Το εργαστήριο λειτούργησε δύο φορές παρά το γεγονός ότι ήταν ένα μικρό και απομονωμένο μοναστήρι.

Επικεντρωνόταν αποκλειστικά στην αντιγραφή αγιολογικών και λειτουργικών κειμένων, γι’  αυτό και από τους 250 κώδικες του εργαστηρίου κανένας δεν περιέχει έργο συγγραφέων της κλασικής και ύστερης αρχαιότητας.

Βιβλιογραφία

Allison, R., The libraries of Mt Athos: the case of Philotheou, Mount Athos and Byzantine Monasticism. Papers from the Twenty-Eighth Spring Symposium of Byzantine Studies, University of Birmingham, March 1994 (ed. A. Bryer & Mary Cunningham), (Society for the Promotion of Byzantine Studies 4), Aldershot 1996, 135-154.

–––––, Founders and refounders of Philotheou monastery on Mount  Athos, Founders and refounders of Byzantine monasteries, Papers of the Fifth Belfast Byzantine International Colloquium 17-20 September 1998 (ed. Margaret Mullett), Belfast 2007, 465-524.

–––––, Kallinikos, Calligrapher of Dionysiou and Abbot of Philotheou, ΕΙΕ/ΙΒΕ, Διεθνή Συμπόσια 7: Η ελληνική γραφή κατά τους 15ο και 16ο αιώνες, Αθήνα 2000, 301-321.

Γούδας Μιχαήλ, Βυζαντιακά γράμματα της εν Άθω Ιεράς Μονής του Φιλοθέου. Αφιερωτήριον γράμμα Θεοδώρας Παλαιολογίνης της Φιλανθρωπηνής του έτους 6885 (1376), Δελτίον της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας 2 (1925), 3-17.

Korać Dušan, The newly discovered charters of Stefan Dušan for the monastery of Philotheou, Recueil des Travaux de l’Institut d’Études Byzantines XXVII–XXVIII, Belgrade 1989, 185-216.

Кораћ Душан, Светогорски манастир Филотеј и Срби, Хиландарски Зборник 9 (1997), 7-20 [Korać Dušan, The Athonite Monastery of Philotheou and the Serbs].

Λιάκος Δημήτρης, Ανασκαφικές έρευνες στις μονές Βατοπεδίου και Φιλοθέου, Το Αρχαιολογικό Έργο στη Μακεδονία και στη Θράκη 28 (2014), 627-636. Θεσσαλονίκη 2019.

Λιάκος Δημήτριος, Ανασκαφικές έρευνες στη μονή Φιλοθέου, Αρχαιολογικόν Δελτίον 69 (2014): Χρονικά Β2, 2104-2108. Αθήνα 2020.

Παπαδόπουλος Θωμάς, Βιβλιοθήκες Αγίου Όρους. Παλαιά ελληνικά έντυπα. Αθήνα 2000.

Parpulov Georgi, Philotheou and Stavronikitia in AD 1520, Miscellanea Palaeoslavica 24/2 (2016), 281-284.

Richard Marcel, Les textes hagiographiques du codex Athos Philothéou 52, Analecta Bollandiana 93 (1975), 137-156.

Regel V. – Kurz E. – Korablev B., Actes de Philothée (Actes de l'Athos 6), Saint Petersburg 1913.

Σμυρνάκης, Γ., Το Άγιον Όρος, Καρυές Αγίου Όρους 1903/1988.

Τσιγάρας Γεώργιος, Οι τοιχογραφίες του παρεκκλησίου του Τιμίου Προδρόμου της Μονής Φιλοθέου, Μελέτες ιστορίας της μεταβυζαντινής τέχνης, Θεσσαλονίκη 2013, 193-222.

Τσιρώνης Γεράσιμος (Γεώργιος ιερομ.), Συμφωνίες και αποκλίσεις των αγιορειτικών Τυπικών του ι θ´ αιώνος (Διονυσίου, Φιλοθέου, Αγίου Παύλου και Κωνσταμονίτου) προς την έντυπη παράδοση του αγιοσαββιτικού Τυπικού. Θεσσαλονίκη 2015.

 

 

 

 

 

 

Επωνυμία: Βιβλιοθήκη της Ιεράς Μονής Φιλοθέου στο Άγιο Όρος
Ιστορικό πλαίσιο: Βυζαντινή Εποχή
Χαρακτήρας: Μοναστηριακές
Τόπος ίδρυσης: Άγιο Όρος
Τόπος λειτουργίας: Άγιο Όρος
Χρόνος ίδρυσης: Αρχές 11ου αι. (1015)
Περιεχόμενα: Έγγραφα
Ειλητάρια
Χειρόγραφοι κώδικες
Έντυπα βιβλία
Δωρεές/Αγορές: Ναι
Εκδόσεις: Ναι
Ιδιοκτησία: Ιερά Μονή Φιλοθέου (Άγιο Όρος)
Κτίρια: Ιερά Μονή Φιλοθέου (Άγιο Όρος)
Διοίκηση: Αρχιμανδρίτης Νικόδημος Φιλοθεΐτης
Νομικό πλαίσιο: Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ)
Προσωπικό: Στέφανος Φιλοθεΐτης
Πληροφορίες: Ιερά Μονή Φιλοθέου, 630 86, Δάφνη Αγίου Όρους
Τηλέφωνο: (0030) 23770 23256 & 23675
Fax: (0030) 23770 23674
Email: philotheou.filoxenia@gmail.com
Ωράριο: Ανατολή έως δύση ηλίου
Λέξεις κλειδιά: Φιλόθεος κτήτωρ
Ξενοφών μοναχός
Μονή της Πτέρης
Αρσένιος Φιλοθεΐτης
Διονύσιος εν Ολύμπω
Θεοδόσιος Φιλοθεΐτης
Δομέτιος Φιλοθεΐτης
Δαμιανός Φιλοθεΐτης
Κοσμάς ο Αιτωλός
Δαμιανός Φιλοθεΐτης
Κοσμάς ο Αιτωλός
Εφραίμ Φιλοθεΐτης
Ευλόγιος Κουρίλας
Κυριακός Αγκωνίτης
Μάξιμος Καλλιπολίτης
Γαβριήλ Καλλιπολίτης
Μακάριος Καλλιπολίτης
Συμεών ο μονοχίτων και ανυπόδητος
J.P. Fallmerayer
Αρσένιος Σουχάνοφ
Αναφέρει: Εικόνες
Το φρουριακό συγκρότημα της Μονής Φιλοθέου σε χαλκογραφία του 19ου αιώνα.
Άποψη του εξωτερικού της Μονής Φιλοθέου στο Άγιο Όρος.
Η Μονή Φιλοθέου σε χαλκογραφία του 18ου αιώνα.
Ο Ευαγγελιστής Μάρκος ως φιλόσοφος.
Άδεια χρήσης: Αναφορά Δημιουργού - Μη Εμπορική Χρήση - Όχι Παράγωγα Έργα 4.0 Διεθνές (CC BY-NC-ND 4.0)
Δικαιώματα: Το λήμμα αποτελεί πρωτότυπη επιστημονική εργασία της ομάδας ανάπτυξης του ψηφιακού χώρου «Περί Βιβλιοθηκών».
Εμφανίζεται στις συλλογές:Βιβλιοθήκες
Προβολή λιγότερων
Εικαστικό Υλικό
Προβολή λιγότερων