Βατικανή Βιβλιοθήκη

Το χρονικό της Βιβλιοθήκης του Βατικανού μπορεί να χωριστεί σε τρεις περιόδους: από την ίδρυσή της ώς την «εξορία» της στην Αβινιόν, την περίοδο της Αβινιόν και από την αναγέννησή της και εξής. 

Η συμβολή του πάπα Νικόλαου Ε΄.  Ο νέος πάπας που ενθρονίστηκε στις 19 Μαρτίου του 1447 ως Νικόλαος Ε΄, δεν ήταν άλλος από τον Tommaso Parentucelli, έναν λάτρη της ελληνικής παιδείας, μαθητή του Χρυσολωρά και πρώην βιβλιοθηκάριο της μονής του Αγίου Μάρκου, η οποία είχε ανασκευαστεί με τη χορηγία του Κόζιμο των Μεδίκων (VBV I, 35-81). Είναι αυτός μάλιστα που είχε συντάξει τον κατάλογο των βιβλίων που κατά τη γνώμη του θα έπρεπε να θησαυρίζει κάθε ιδανική βιβλιοθήκη (VBV I, 46-47). Από τα πρώτα μελήματά του ήταν η αναβάθμιση και οργάνωση της παπικής βιβλιοθήκης, αλλά μέσα από μηχανισμούς που θα αναδείκνυαν τη Ρώμη ως πνευματικό κέντρο της Ιταλίας. Έτσι, διαμόρφωσε την Curia σαν ανοιχτή ακαδημία και προσκάλεσε τους σπουδαιότερους Ιταλούς ουμανιστές και τους πλέον αξιόλογους εκπροσώπους της βυζαντινής λογιοσύνης να τον συνδράμουν στο όραμά του. Εξασφαλίζοντάς τους στέγη και οικονομική υποστήριξη, τους προέτρεπε να γεφυρώσουν την ελληνορωμαϊκή γραμματειακή παράδοση, με συστηματικές μεταφράσεις ελληνικών έργων της κλασικής και χριστιανικής γραμματείας στα λατινικά. Το εγχείρημα αυτό όχι μόνο θα προσέφερε στον ουμανιστικό κόσμο κείμενα μέχρι τότε απρόσιτα (και λόγω της αδυναμίας ανάγνωσης των πρωτοτύπων) αλλά παράλληλα, θα θησαύριζε με ανεκτίμητα χειρόγραφα τη Βατικανή Βιβλιοθήκη (Clark, Care, 208-211, 220-224).

Μέλη της Curia. Στον κύκλο αυτό πρωταρχικό ρόλο διαδραμάτισαν ο Poggio και ο Giovanni Aurispa, που είχαν αναζητήσει από κοινού χειρόγραφα σε μοναστήρια και καθεδρικούς ναούς, ο Giannozzo Manetti, ο v22Uberto Decembrio, ο Lorenzo Valla, ο Giovanni Tortelli, ο Niccolò Perotti κ.ά. Από τα μέλη της βυζαντινής λογιοσύνης ξεχώριζαν ο Αθανάσιος Χαλκιόπουλος, ο Θεόδωρος Γαζής, ο Ανδρόνικος Κάλλιστος, ο καρδινάλιος Βησσαρίων και ο Γεώργιος Τραπεζούντιος, που ανέλαβε το μεγαλύτερο μέρος του μεταφραστικού έργου. Ο πάπας Νικόλαος, με τη μεθοδικότητα που τον διέκρινε και τη βαθιά γνώση της ελληνορωμαϊκής πνευματικής παράδοσης, ανέθεσε στον Valla τη μετάφραση του Ηρόδοτου και του Θουκυδίδη, καθώς διέθετε τα προσόντα και είχε δώσει δείγματα μετάφρασης με την Ιλιάδα σε πεζή μορφή από το 1428. Την Κύρου Αναβάση του Ξενοφώντα και τη Βιβλιοθήκη του Διόδωρου Σικελιώτη τα εμπιστεύθηκε στον Poggio, ο οποίος ολοκλήρωσε τη μετάφραση με τη βοήθεια του Τραπεζούντιου. Μεταφράσεις επίσης ανατέθηκαν στον Perotti, στον Manetti, στον Γαζή και στον Ambrogio Traversari.

Οι μεταφράσεις αυτές, πέραν της ιστορικής και φιλολογικής τους αξίας -καθώς υπογράφονται από κορυφαίους ουμανιστές, αποτέλεσαν συχνά πρώτες εκδόσεις από τα τυπογραφεία της Ιταλίας αλλά και του Βορρά- μετουσιώθηκαν σε έργα τέχνης: μικρογραφήθηκαν ή αντιγράφηκαν από επώνυμους καλλιγράφους και θησαυρίστηκαν στη Βατικανή Βιβλιοθήκη. Τα νέα αυτά αποκτήματα, σε συνδυασμό με το ήδη υπάρχον χειρόγραφο υλικό, απαιτούσαν νέα βιβλιοθηκονομική προσέγγιση. Τη φροντίδα αυτή ο πάπας Νικόλαος ανέθεσε στον Giovanni Tortelli, custode πλέον της Βατικανικής, που ταξινόμησε υποδειγματικά τα πολύτιμα βιβλία (VBV II, 61-64, 556-558). 

Εμπλουτίζοντας τις συλλογές. Ο πάπας δεν αρκέστηκε στο βιβλιακό υλικό που προήλθε από τις εργασίες των μελών της Curia για να εμπλουτίσει τη βιβλιοθήκη του, αλλά ανέθεσε επιπλέον v23στον Alberto Enoch να ταξιδέψει στη Γερμανία, τη Δανία και την Ελλάδα, για να αποκτήσει όσα χειρόγραφα ήταν διαθέσιμα (VBV II, 51-52). Ο Enoch αγόρασε αρκετούς κώδικες μεταξύ των οποίων και δύο άγνωστα ως τότε στην Ιταλία συγγράμματα, τη Μαγειρική πραγματεία, που αποδίδεται στον Apicius και τα Σχόλια στον Οράτιο του Πορφυρίωνος. Έτσι, σε μικρό χρονικό διάστημα η βιβλιοθήκη έφθασε να αριθμεί τους 1.200 τόμους και μολονότι το ένα τρίτο από αυτούς έφεραν ελληνικούς τίτλους, ο πάπας δεν έπαψε με ζήλο να αναζητεί περισσότερα ελληνικά χειρόγραφα. Χαρακτηριστικά, για να εμπλουτίσει την παπική συλλογή με μία μετάφραση του Όμηρου, έκανε έκκληση σε όλους τους ουμανιστές της Ιταλίας να το επιχειρήσουν, υποσχόμενος μάλιστα μυθικά πλούτη στον Φίλελφο αν αναλάμβανε την εργασία αυτή.

Τα χρόνια του πάπα Κάλλιστου Γ΄. Ο πρόωρος θάνατος του Νικόλαου Ε΄ (1455) δεν διατάραξε τον «βίο» της βιβλιοθήκης, και μολονότι ο διάδοχός του Κάλλιστος Γ΄ δεν v2διακρίθηκε για τα ουμανιστικά του ενδιαφέροντα, ο Aenea Silvio Piccolomini, που τον διαδέχθηκε το 1458 ως Πίος Β΄, ήταν μέγας βιβλιόφιλος, λόγιος και καλλιγράφος, ενώ είχε ο ίδιος συγκροτήσει μία σημαντική προσωπική βιβλιοθήκη. Η Βιβλιοθήκη του Βατικανού δεν έπαψε να εμπλουτίζεται ποικιλότροπα, ακόμα και την περίοδο του Παύλου Β΄ (Pietro Barbo, 1464-1471), που διαδέχθηκε τον Πίο Β΄, ο οποίος δεν επέδειξε ιδιαίτερο ζήλο για τα γράμματα, ωστόσο διατήρησε τον Tortelli στην θέση του custode ώς τον θάνατό του το 1466.

Η Βατικανή Βιβλιοθήκη ως per comune uso, όπως την οραματιζόταν ο πάπας Νικόλαος Ε΄, έμεινε στα χαρτιά, και μόνο κατά τα χρόνια της παποσύνης του Σίξτου Δ΄ (1471-1484) το σχέδιο ολοκληρώθηκε τόσο από αρχιτεκτονική και όσο και από βιβλιοθηκονομική άποψη (Ruysschaert, Sixte IV). Με την αναρρίχησή του στον παπικό θρόνο το 1471, ανέθεσε, τέσσερις μήνες μετά την εκλογή του, στον αρχιθαλαμηπόλο του να προσλάβει πέντε αρχιτέκτονες προκειμένου να εκπονήσουν μία μελέτη για την ανέγερση κτίσματος «που θα χρησίμευε ως βιβλιοθήκη». Το σχέδιο δεν προχώρησε άμεσα και ώθηση στον αρχικό σχεδιασμό έδωσε η πρόσληψη του Platina ως βιβλιοθηκάριου.

Ο ρόλος του Platina. Η βιβλιοθήκη, όπως την παρέλαβε ο Platina, (Ruysschaert, Platina, 145-151) είχε την εικόνα εγκατάλειψης: πολλοί τόμοι έλειπαν από τα ράφια και τα χειρόγραφα που είχαν απομείνει ήταν σε κακή κατάσταση. Ανατέθηκε αμέσως η αποκατάσταση των σταχώσεων και εκδόθηκε βούλλα εξαιρετικά αυστηρή για όσους, κοσμικούς και εκκλησιαστικούς, είχαν δανειστεί κώδικες και δεν τους επέστρεφαν αμέσως, με ποινή, σε περίπτωση άρνησης, την καθαίρεση από τα αξιώματά τους και τον αφορισμό τους ακόμη.

Ο Platina, με την πεποίθηση ότι η συγκρότηση βιβλιοθήκης αποτελεί σημαντικό υπόβαθρο για το ουμανιστικό πνεύμα, προσέλαβε τρεις αντιγραφείς (librarii), τους Demetrius, Salviatus και v27Johannes και κατόρθωσε έτσι να καταστήσει μέσα σε έξι χρόνια (1481) τη Βατικανή Bιβλιοθήκη τη σημαντικότερη της Δύσης. Τα 2.527 χειρόγραφα (770 ελληνικά και 1757 λατινικά) που παρέλαβε, ανήλθαν σε περίπου 3.500.

Ο ζηλευτός πλούτος της βιβλιοθήκης έγινε πόλος έλξης για κάθε θεράποντα των γραμμάτων και ακόμη και ο Πολιτιανός, που ήταν γνώριμος σε κάθε βιβλιοθήκη της Ιταλίας, επεδίωξε να προσληφθεί ως βιβλιοθηκάριός της. Στον κύκλο των συνεργατών που βοήθησαν στην αναμόρφωση της βιβλιοθήκης περιλαμβάνεται και ο Δημήτριος Δαμιλάς, ο οποίος από το 1490 αντιγράφει κώδικες για τη Βατικανή και άλλους επιφανείς Ρωμαίους βιβλιόφιλους (Canart, Damilas, 14-16, 281-347). Στη συνέχεια ο Δαμιλάς έγινε περιζήτητος και διορίστηκε από τον πάπα Πίο Γ΄ (Francesco Todeschini Piccolomini, 1439-1503) ως επίσημος αντιγραφέας ελληνικών κωδίκων της Αποστολικής Βιβλιοθήκης, θέση την οποία παραχώρησε το 1515 στον Giovanni Onorio de Maglie, εξαιρετικό καλλιγράφο και σχεδιαστή της πρώτης οικογένειας ελληνικών χαρακτήρων του παπικού τυπογραφείου, το οποίο εγκαινίασε ο καρδινάλιος Ridolfi.

Τα χρόνια του πάπα Λέοντα Ι´. Μία νέα περίοδος για τη βιβλιοθήκη ανοίγει με τον πάπα Λέοντα Ι´ (1513-1521), τον Ιωάννη Μέδικο δηλαδή, μαθητή του Ιανού Λάσκαρη και λάτρη της ελληνικής παιδείας και της ουμανιστικής ιδεολογίας, ο οποίος φιλοδοξούσε να καταστήσει και πάλι τη Ρώμη πνευματικό κέντρο της Ιταλίας. Θεωρώντας ότι η Ρώμη υστερούσε σε σχέση με τις άλλες ιταλικές πόλεις στην καλλιέργεια των ελληνικών γραμμάτων, όχι μόνο μερίμνησε να λειτουργήσει ελληνικό τυπογραφείο στη Ρώμη, αλλά πρωτοστάτησε ο ίδιος, μέσω του Λάσκαρη, στην ίδρυση ελληνικού σχολείου στον Κυρινάλιο Λόφο, στο πλαίσιο των εργασιών του οποίου λειτούργησε και ελληνικό τυπογραφείο από το 1517.

Καίριο πλήγμα δέχθηκε η παπική βιβλιοθήκη το 1527 με την κατάληψη της Ρώμης από τα αυτοκρατορικά στρατεύματα, καθώς η λεηλασία των εισβολέων δεν άφησε ανέπαφο τον πλούτο της, με αποτέλεσμα μεγάλο τμήμα της συλλογής των κωδίκων του πάπα Νικόλαου Ε΄ και του Σίξτου Δ΄ να απολεσθεί, παραμένοντας ωστόσο ανέπαφη, σχεδόν στο σύνολό της, η συλλογή του πάπα Λέοντα Ι´. Η βιβλιοθήκη μεταστεγάστηκε σε νέους χώρους το 1590, στα χρόνια του Σίξτου Ε΄ (1585-1590) και έκτοτε συνεχίστηκε απρόσκοπτα ο εμπλουτισμός της. Σήμερα θησαυρίζονται περισσότερα από 2.000.000 έντυπα βιβλία (γύρω στα 8.000 αρχέτυπα) και κοντά στα 75.000 χειρόγραφα (λατινικά, ελληνικά, εβραϊκά, αραβικά, συριακά, περσικά, αιθιοπικά, σλαβόνικα κ.ά.), όπως και άλλο αρχειακό υλικό που έχει να κάνει με την ιστορία της Αποστολικής Έδρας.

Ο θησαυρός της βιβλιοθήκης. Ο πλούτος των συλλογών δεν είναι μόνο ανεκτίμητος αλλά και συμβολικός ως προς την αρχαιότητα συγγραμμάτων της ελληνορωμαϊκής πνευματικής παράδοσης και v29της χριστιανικής γραμματείας. Χαρακτηριστικά, ο κώδικας De republica του Κικέρωνα χρονολογείται στον 4/5ο αιώνα, και γράφτηκε σε μεγαλογράμματη γραφή στο αββαείο του αγίου Κολομβιανού στο Bobbio· ο γνωστός ως Codex B, μια από τις αρχαιότερες ελληνικές Βίβλους, που ορίζεται χρονικά στα μέσα του 4ου αιώνα, αντιγράφηκε πιθανότατα στην Αίγυπτο σε μικρογράμματη βιβλική γραφή και περιήλθε στη συλλογή του Βατικανού, ίσως πριν και από τα χρόνια του πάπα Νικολάου Ε΄. Δείγμα της δημοτικότητας της ρωμαϊκής κωμωδίας κατά τη μεσαιωνική περίοδο είναι και ένας κώδικας του Τερέντιου, εικονογραφημένος και γραμμένος σε μικρογράμματη καρολίγγεια γραφή τον 9ο αιώνα. Προέρχεται από το εργαστήρι της μονής του Corvey και καλλιγραφήθηκε από τον Adelricus, μοναχό του Corvey. Από την ίδια εποχή προέρχεται και ένα άλλο απόκτημα της βιβλιοθήκης, το Βιβλίο του Ιώβ, με εξηγητικά σχόλια, που γράφτηκε σε μεγαλογράμματη γραφή και κοσμείται με 75 μικρογραφίες: αντιπροσωπεύει τρανό δείγμα της κωδικογραφικής παράδοσης των καλλιγραφικών εργαστηρίων της Κωνσταντινούπολης.

Τέλος, να προσθέσουμε ότι στη Βατικανή Bιβλιοθήκη υπάρχει και ο πλέον άρτια εικονογραφημένος και μικρογραφημένος κώδικας της Θείας Κωμωδίας του Δάντη, που χρονολογείται γύρω στα 1480-1482· γράφτηκε στο Urbino από τον Matteo de’ Contugi di Volterra και φιλοτεχνήθηκε από μέλη της διάσημης σχολής της Φερράρας, των Alessandro Giraldi, Franco de’Russi και των μαθητών τους (Βιβλ. V, 92-101).

Επωνυμία: Biblioteca Apostolica Vaticana (Βατικανή Βιβλιοθήκη)
Ιστορικό πλαίσιο: Αναγέννηση
Τόπος ίδρυσης: Βατικανό
Τόπος λειτουργίας: Βατικανό
Χρόνος ίδρυσης: 1475
Αναφέρει: Εικόνες
Ο Bartolomeo Platina. Ξυλογραφία από την έκδοση: N. Reusner, «Icones sive Imagines viuae, literis Cl. Virorum, Italiae. Graeciae...», Conr. Valdkirch, Βασιλεία, 1599.
Ο πάπας Λέων Ι´, ελαιογραφία του Ραφαήλ που φυλάσσεται στην Πινακοθήκη Uffizi στη Φλωρεντία.
Πορτραίτο του Πάπα Νικόλαου Ε', ιδρυτή της Βατικανής Βιβλιοθήκης. Χαλκογραφία από την έκδοση: Onofrio Panvinio, «27 pontificum maximorum elogia et imagines accuratissimae ad vivum aeneis typeis delineatae», Lafrery Antoin, Ρώμη, 1568.
Ο Federico da Montefeltro, δούκας του Urbino και μέγας βιβλιόφιλος, από την έκδοση: Cristoforo Landino, «Disputationum Camaldulensium», βιβλ. I - IV, 1475 (Urb. lat 508, Foglio di guardia).
N. Perotti, «Regulae», Bartolomeo di Libri, Φλωρεντία, γύρω στο 1490.
Ο πάπας Σίξτος Δ΄ διορίζει τον Bartolomeo Platina προϊστάμενο της βιβλιοθήκης. Νωπογραφία του Melozza da Forli ,1477, Πινακοθήκη του Βατικανού, Βατικανό.
Αναφέρεται από: Πρόσωπα
Μπέμπο, Πιέτρο, καρδινάλιος
Σημειώσεις: Το 1475 θεωρείται η επίσημη χρονολογία ίδρυσης της βιβλιοθήκης με την παπική βούλα του Σίξτου Δ', τον διορισμό βιβλιοθηκάριου και την κατάλληλη οικονομική υποστήριξη. Ωστόσο, στοιχεία για την ύπαρξη βιβλιοθήκης υπάρχουν από τον 4ο αιώνα.
Άδεια χρήσης: Αναφορά Δημιουργού - Μη Εμπορική Χρήση - Όχι Παράγωγα Έργα 4.0 Διεθνές (CC BY-NC-ND 4.0)
Δικαιώματα: Το λήμμα αποτελεί πρωτότυπη επιστημονική εργασία της ομάδας ανάπτυξης του ψηφιακού χώρου «Περί Βιβλιοθηκών».
Εμφανίζεται στις συλλογές:Βιβλιοθήκες
Προβολή λιγότερων
Εικαστικό Υλικό
Προβολή λιγότερων